Το εύρημα μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, αντιφατικό: έξι στους δέκα πολίτες δηλώνουν ότι θέλουν πολιτική αλλαγή, πάνω από τους μισούς βλέπουν θετικά τις πρόωρες εκλογές, και την ίδια στιγμή το κυβερνών κόμμα ενισχύεται δημοσκοπικά και διευρύνει το προβάδισμά του. Όμως αυτή η «αντίφαση» δεν είναι παρά η συμπύκνωση της πολιτικής πραγματικότητας που καταγράφει η δημοσκόπηση της Metron Analysis για το Mega – και γενικότερα το τοπίο του πρώτου μήνα του νέου έτους.
Μια πολιτική πραγματικότητα δύο ταχυτήτων
Η μέτρηση δεν περιγράφει μια κοινωνία που αισθάνεται καλύτερα. Αντιθέτως, αποτυπώνει μια κοινωνία που αξιολογεί αρνητικά σχεδόν τα πάντα: την οικονομία, την καθημερινότητα, τους θεσμούς, τη λειτουργία της δημοκρατίας. Οι αρνητικές γνώμες κινούνται σε επίπεδα που, σε άλλες περιόδους, θα θεωρούνταν προάγγελος πολιτικής ανατροπής.
Κι όμως, στους «σκληρούς» δείκτες, η Νέα Δημοκρατία ανακάμπτει. Η πρόθεση ψήφου ανεβαίνει, η εκτίμηση ψήφου διευρύνεται, το προβάδισμα από τα υπόλοιπα κόμματα μεγαλώνει. Το πολιτικό σύστημα μοιάζει να κινείται με δύο ταχύτητες: κοινωνική δυσαρέσκεια από τη μία, εκλογική ακινησία – ή και ανασύνταξη της κυβέρνησης – από την άλλη.
Η άνοδος της ΝΔ δεν είναι ψήφος ικανοποίησης
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η δημοσκοπική βελτίωση της ΝΔ δεν προέρχεται από κύμα θετικών αξιολογήσεων. Προέρχεται από σύγκριση. Όχι από το «η κυβέρνηση τα πάει καλά», αλλά από το «δεν βλέπω κάτι καλύτερο».
Σε ένα περιβάλλον διεθνούς αστάθειας, πολέμων και οικονομικής αβεβαιότητας, το δίλημμα μετατοπίζεται: σταθερότητα ή θολή εναλλακτική. Όταν η εναλλακτική δεν έχει σαφές σχήμα, πρόσωπο και πρόγραμμα, η σταθερότητα – ακόμη κι αν είναι φθαρμένη – αποκτά ξανά πολιτική αξία. Αυτό είναι το πραγματικό «κέρδος» της κυβέρνησης στη συγκεκριμένη συγκυρία.
Η κρίση εμπιστοσύνης αφορά όλο το σύστημα
Το πολιτικό προϊόν της δημοσκόπησης δεν είναι απλώς η επιβεβαίωση της πρωτιάς της ΝΔ. Είναι μια συνολική κρίση εμπιστοσύνης: προς την κυβέρνηση, προς την αξιωματική αντιπολίτευση και προς την ικανότητα του πολιτικού συστήματος να παράγει πειστικές λύσεις.
Η αντιπολίτευση, για ακόμη μία φορά, αδυνατεί να μετατρέψει τη διάχυτη δυσαρέσκεια σε αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης. Το ΠΑΣΟΚ υποχωρεί όχι μόνο αριθμητικά αλλά και ποιοτικά, με υψηλές αρνητικές γνώμες για το κόμμα και την ηγεσία του. Ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, χωρίς σαφή ταυτότητα και αφήγημα. Τα υπόλοιπα κόμματα καταγράφουν επίσης απώλειες, ενώ ενισχύεται η κατηγορία «άλλο κόμμα», ένδειξη κατακερματισμού και αναμονής για κάτι νέο που ακόμη δεν έχει μορφή.
Η δυσαρέσκεια χωρίς δίαυλο
Εδώ βρίσκεται το κλειδί για να κατανοηθεί το 61% που ζητά πολιτική αλλαγή και το 51% που θέλει πρόωρες εκλογές. Η κοινωνική δυσαρέσκεια υπάρχει, είναι έντονη και βαθιά. Όμως δεν βρίσκει συγκροτημένο δίαυλο έκφρασης.
Δεν μεταφράζεται σε εναλλαγή εξουσίας, αλλά σε αποχή, επιφυλακτικότητα, «γκρίζες ζώνες» και ανορθόδοξες επιλογές. Είναι μια δυσαρέσκεια ακριβή, αλλά χωρίς προορισμό. Και όσο δεν αποκτά πολιτικό φορέα με κυβερνησιμότητα, τόσο η φθορά της κυβέρνησης δεν γίνεται αυτόματα πολιτική ήττα.
Το φαινόμενο Καρυστιανού και τα όρια της δημοφιλίας
Σε αυτό το κενό εντάσσονται και πρόσωπα εκτός παραδοσιακής πολιτικής σκηνής. Η υψηλή δημοφιλία της Μαρίας Καρυστιανού – με θετικές γνώμες που αγγίζουν το 50% – δεν μεταφράζεται σε ανάθεση εξουσίας όταν τίθεται το ερώτημα «ποιος για πρωθυπουργός». Το ποσοστό παραμένει χαμηλό.
Αυτό δεν είναι αντίφαση. Είναι υπενθύμιση ότι άλλο η κοινωνική νομιμοποίηση και άλλο η κυβερνησιμότητα. Η δημοφιλία μπορεί να πυροδοτεί πολιτικές διεργασίες, αλλά χωρίς δομή, πρόγραμμα και στελέχωση δεν παράγει εύκολα ρεύμα εξουσίας.
Τι πραγματικά σημαίνει το παράδοξο των αριθμών
Το συμπέρασμα είναι λιγότερο καθησυχαστικό απ’ όσο δείχνει για την κυβέρνηση και πιο απαιτητικό απ’ όσο φαίνεται για την αντιπολίτευση. Η ΝΔ «παίρνει χρόνο», δεν λύνει αυτομάτως τα προβλήματα που γεννούν τη δυσαρέσκεια. Το 61% που ζητά πολιτική αλλαγή είναι καμπανάκι, όχι θόρυβος υποβάθρου.
Για την αντιπολίτευση, το πρόβλημα δεν είναι απλώς η δεύτερη θέση. Είναι η πειθώ. Αν δεν μπορεί να πείσει ότι αποτελεί λύση, η δυσαρέσκεια θα συνεχίσει να διαχέεται προς την αποχή, τον κατακερματισμό ή την αντισυστημική ψήφο.
Το πολιτικό σύστημα βρίσκεται, έτσι, σε μια ιδιότυπη ισορροπία αστάθειας: η κυβέρνηση ενισχύεται χωρίς να αποκαθιστά την εμπιστοσύνη, η κοινωνία ζητά αλλαγή χωρίς να βλέπει φορέα αλλαγής. Και αυτή η απόσταση είναι το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης περιόδου.






