Στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του 1950, λίγο μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, διαμορφώθηκε ένα «βαρύ» δικομματικό, αλλά οικογενειοκρατούμενο, σύστημα, Δεξιάς-Κέντρου. Αυτό, πριν και μετά τη δικτατορία, κυριαρχείται από τρεις πολιτικές οικογένειες, που διατηρούν το «μονοπώλιο της πρωθυπουργίας»: Καραμανλής (20 χρόνια, δύο γενιές) Παπανδρέου (15 χρόνια, τρεις γενιές), και Μητσοτάκης (10 μέχρι στιγμής, δύο γενιές). Εξαίρεση ήταν στο ΠΑΣΟΚ η πρωθυπουργία Σημίτη (8 χρόνια),- στο ενδιάμεσο δύο Παπανδρέου και στη ΝΔ, ο Σαμαράς, που κυβέρνησε μόλις 2,5 χρόνια.
Η Αριστερά, ήταν σταθερά ο τρίτος πόλος, με ποσοστά γύρω στο 10% (ΚΚΕ και ΚΚΕεσωτ-Συνασπισμός-ΣΥΡΙΖΑ). Ισχυροποιήθηκε σε περιόδους κρίσης του κεντρώου πόλου (1958, 2012).
Η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα, αποτελεί κυριολεκτικά την μοναδική «παρένθεση» στη μακρά αυτή περίοδο,
- Εντός και εκτός. Η «δυτική κοινωνία»
Το πολιτικό πρότυπο διακυβέρνησης είναι τόσο επαναλαμβανόμενο, που η «πολιτική επιστήμη σηκώνει τα χέρια». Διότι η ελληνική κοινωνία, άλλαξε πολύ. Από αγροτική έγινε αστική κοινωνία, με την εκβιομηχάνιση (1953-1973) και την έκρηξη της εσωτερικής μετανάστευσης. Ακολούθησε όλα τα κυρίαρχα οικονομικά ρεύματα της Δύσης, (αρχικά με τον κρατικό καπιταλισμό και μετά με το νεοφιλελευθερισμό). Συμμετείχε σε όλους τους διεθνείς θεσμούς και από νωρίς στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Και κυρίως παγίωσε ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα από το 1974 και μετά.
Εντούτοις δεν έγινε ποτέ «δυτική κοινωνία». Το οικογενειοκρατούμενο πολιτικό σύστημα είναι πρωτόγνωρο και αδιανόητο για «δυτική κοινωνία». Ίσως και εξαιτίας αυτού αναπαρήγαγε τους γνωστούς ενδημικούς «ελληνικούς αναχρονισμούς».
Η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που αρνείται επίμονα να αποκτήσει κτηματολόγιο, χωροταξικά σχέδια, αυτονόητες διαδικασίες αδειοδότησης και χρεοκοπίας των επιχειρήσεων, αξιόπιστες φορολογικές αρχές και σταθερή νομοθεσία, καθολικούς και ενιαίους κανόνες, ισχυρούς ανεξάρτητους θεσμούς. Αναπαράγονται διαρκώς οι «ειδικές» και οι «κατ´ εξαίρεση του νόμου» περιπτώσεις μαζί με μία απίστευτη παραλυτική πολυνομία. Όλα βρίσκονται σε μία ατελείωτη «γκρίζα ζώνη».
Τα δύο κόμματα ήταν οι μόνιμοι θεσμοί διαμεσολάβησης με το κράτος. Το «εκτεταμένο πελατειακό σύστημα», δίνει πρόσβαση στην απασχόληση (σε δημόσιο και εν μέρει στον ιδιωτικό τομέα), προάγει σε θέσεις στο δημόσιο, κατοχυρώνει συμφέροντα ομάδων, «διαμεσολαβεί» στην πρόσβαση των πολιτών στα δημόσια αγαθά (υγεία, σχολεία, κοινωνικές παροχές), «προστατεύει» τον επιχειρηματία, μέχρι και τα ανεκδοτολογικά,- μεταθέτει φαντάρους και σβήνει κλήσεις.
Αν αυτό συγκροτεί τη σχέση «κόμματος» και ομάδων «ψηφοφόρων», συντηρητικής ή προοδευτικής κατεύθυνσης, ήταν η «επιρροή» των ηγεμονικών τάξεων πάνω στους θεσμούς, τα κόμματα, ακόμα και τους μεμονωμένους πολιτικούς, που κατοχύρωνε τα συμφέροντα τους. Αυτό σταδιακά εκφυλίστηκε στη σημερινή κυρίαρχη «ολιγαρχική δομή».
Ποιο κόμμα θα διώξει τη ΝΔ είναι το σωστό ερώτημα. Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ διαλύθηκε. Τα κόμματα Καρυστιανού και Τσίπρα θα μοιραστούν ένα 20 με 30%. Άρα, κανένα -είναι η συνοπτική απάντηση. Μέχρι νεωτέρας. Μα, τα πρόσωπα, οι αρχηγοί; Φυσικά και είναι καθοριστικά. Αλλά ως επικεφαλής κομμάτων. Τα «προσωποπαγή κόμματα» δεν κερδίζουν εκλογές!..
- Το περιεχόμενο της Πολιτικής
Για τους λόγους αυτούς είναι δυσδιάκριτα τα όρια της Δεξιάς και του Κέντρου, από αυστηρά πολιτική και ιδεολογική άποψη. Μετά βεβαιότητας, δε, στην οικονομική πολιτική, στα θέματα δηλαδή της παραγωγής και τη διανομής του πλούτου: Ο φιλελεύθερος Καραμανλής έκανε τις κρατικοποιήσεις το 74-81. Το Σημιτικό ΠΑΣΟΚ έκανε πανευρωπαϊκό ρεκόρ ιδιωτικοποιήσεων. Και οι δύο πόλοι, στην περίοδο της μεταπολίτευσης, δανείζονταν ασύστολα, δημιουργώντας το εξωφρενικό δημόσιο χρέος, αρνούμενοι και οι δύο να φορολογήσουν τα «ευκατάστατα στρώματα».
Οι όποιες αυτονόητες μεταρρυθμίσεις, και υπήρξαν αρκετές, οδηγούσαν σε «καρατόμηση των εμπνευστών» τους, ένθεν και ένθεν (Μάνος, Τρίτσης, κλπ.). Και οι θετικές συνήθως τις παρέκαμπταν ή ατονούσαν (ΑΣΕΠ κλπ.). Σήμερα ο τελευταίος αξιοκρατικός θεσμός, οι πανελλαδικές εξετάσεις, (βασικός θεσμός κοινωνικής ανόδου των «φτωχών»), παρακάμπτεται με τα ιδιωτικά κολλέγια, εκφυλίζοντας, τα «προστατευμένα σε όλο το δυτικό κόσμο», πτυχία της ιατρικής, της νομικής και του πολυτεχνείου.
Θεμελιακές διαφορές φυσικά υπήρχαν: Κοινωνικά θέματα, ατομικά δικαιώματα, υγεία, εκπαίδευση, κοινωνική κινητικότητα αποτέλεσαν το προνομιακό πεδίο του Κέντρου. Η Δεξιά παρέμεινε εναγκαλισμένη με την εκκλησία και τους συντηρητισμούς κάθε μορφής, το στείρο εθνικισμό και τον ενδημικό αυταρχισμό της.
Το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης Δεξιάς και Κέντρου, εκφυλίστηκε, ιδίως μετά το 1985, στα «σκάνδαλα» (Κοσκωτάς, βίλα Μιμής, Χρηματιστήριο, εξοπλισμοί, Βατοπέδι, κλπ). Αυτή η πολιτική αντιπαράθεση προκάλεσε «ανοσία στην κοινωνία», συμφιλίωση με τη «διαφθορά των πολιτικών», ακόμα και με την «ασυλία» που απέκτησαν (η νομοθεσία «περί ευθύνης Υπουργών» του 2003).
Η πολιτική διαφθορά μετατρέπεται σε ένα «είδος θεάματος» -όπως το ζούμε στις μέρες μας με τους Οπεκεπέδες- και όχι σε αξιακό πεδίο με αυτονόητες πολιτικές ή ποινικές αξιώσεις. Ταυτόχρονα συνοδεύεται από την «προσωποποίηση της πολιτικής»: Αντικαραμανλισμός, αντιμητσοτακισμός, αντιπαπανδρεισμός. Ασφαλής και μόνιμη διαιώνιση ενός πολιτικού συστήματος χωρίς ενεργό πολιτικό διακύβευμα.
3. Η Ελλάδα ως «παθητικός» δέκτης των διεθνών αλλαγών
Το 1981-85 και το 2015-19, ήταν οι μόνες περίοδοι όπου απειλήθηκε το στάτους κβο, όταν υπήρξαν οι προϋποθέσεις για κάποιες σημαντικές τομές και ρήξεις, αλλά κατέληξαν τελικά σε «ανώδυνους», για το σύστημα, συμβιβασμούς.
Έτσι η Ελλάδα βρέθηκε να είναι «παθητικός» δέκτης των οικονομικών εξελίξεων. Την περίοδο της εκρηκτικής ανάπτυξης (1953-1973) θεμελιώθηκε μεν το «αναπτυξιακό κράτος» με σημαντικούς θεσμούς, αλλά ακολούθησε η αδυναμία διαχείρισης της κρίσης (1973-1990). Η νεοφιλελεύθερη ανάκαμψη (1990-2008), συνοδεύτηκε από την έκρηξη του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους (με επίκεντρο τις επίπλαστες κατασκευές και στηριγμένη στην εργασία των μεταναστών). Ακολούθησε η κατάρρευση και η χρεοκοπία (2008). Το πολιτικό σύστημα ήταν έκθετο στην «εξωτερική επέμβαση» από νωρίς (ήδη από το πρώτο σταθεροποιητικό πρόγραμμα του 1985, πριν οδηγηθεί στην πρακτική της «αλλοίωσης στοιχείων»). Μετά ακολούθησε η μνημονιακή περίοδος.
Ο ορίζοντας της πολιτικής, των διαδοχικών κυβερνήσεων ήταν απελπιστικά βραχυχρόνιος. Και οι μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμοί, ατελέσφοροι στη σκιά των επίμονων «αναχρονισμών» και του πελατειακού συστήματος. Ακόμα χειρότερο. Το πελατειακό κράτος, έγινε ο μεγαλύτερος “barrier to entry” στην επιχειρηματικότητα (στις δημόσιες προμήθειες, και στους ρυθμιζόμενους τομείς του ιδιωτικού τομέα), βασικός μηχανισμός αναπαραγωγής κοινωνικών ανισοτήτων (άνιση πρόσβαση στη δημόσια υγεία, γκετοποίηση σχολείων κλπ) και βασικός παράγοντας απονομιμοποίησης των θεσμών.
- Η φτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας.
Το οικονομικό κόστος αυτού του πολιτικού συστήματος αποδείχθηκε, τελικά, στη μακρά διάρκεια, καταστροφικό. Από το 2007 μέχρι το 2025 ο μέσος πραγματικός μισθός στην Ελλάδα μειώθηκε περίπου 50%. Η περικοπή του ονομαστικού μισθού (2011/2013) και ο πληθωρισμός, κυρίως ο πρόσφατος, επέβαλλαν την πρωτόγνωρη διεθνώς «μείωση των μισθών». Η Ελλάδα είναι σήμερα όντως η «φτωχότερη χώρα στην Ευρώπη», σε διαθέσιμο πραγματικό εισόδημα. Αυτό επικυρώνεται από το κύμα «φυγής». Τη δεκαετία του ‘60 μετανάστευσαν 1 εκατομμύριο, τώρα σχεδόν 500 χιλιάδες.
Η «οικονομική άνοδος», που προβάλλει η ΝΔ σήμερα, είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη από τεχνολογική, επενδυτική, παραγωγική και εξαγωγική άποψη. Η αγροτική παραγωγή μειώνεται απόλυτα από το 2000 και μετά. Η βιομηχανία έχασε βασικούς πυλώνες ενδιάμεσων αγαθών. Ο τεχνολογικός τομέας είναι υποτονικός. Έμεινε η ανάπτυξη του «επιδοτούμενου τουρισμού», να απορροφά τους δημόσιους (και ευρωπαϊκούς) επενδυτικούς πόρους, και η εργασία τα επιδόματα ανεργίας (εποχιακής απασχόλησης), κοινώς μία επιδοτούμενη οικονομία χαμηλής προστιθέμενης αξίας.
Η οικονομία σήμερα είναι πρωτίστως «εξαγωγής πλεονάσματος» από υπάρχουσες δραστηριότητες και όχι «δημιουργίας πλούτου», δημιουργίας δηλαδή νέων δραστηριοτήτων και καινοτομίας στους υπάρχοντες. Περίπου πενήντα εταιρείες, ελέγχουν ολιγοπωλιακά το 50% της ελληνικής οικονομίας (τράπεζες, ενέργεια, κατασκευές, μεταφορές, επικοινωνίες, λιανεμπόριο τροφίμων). Η πολιτική της ΝΔ είναι να «ανοίξει», στο ίδιο μοτίβο, την εκπαίδευση, την υγεία και την κοινωνική ασφάλιση.
Οι επενδύσεις έχουν ελάχιστο έως μικρό πολλαπλασιαστή. Φάνηκε από την εισροή των 70 δισ. των ευρωπαϊκών πόρων. Η ανάπτυξη ήταν οριακή, με τάση να μηδενιστεί τα επόμενα χρόνια.
Εν συντομία, όπως θα έλεγαν οι παλαιοί μαρξιστές, «οι παραγωγικές σχέσεις εμποδίζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων». Εάν δεν διαρραγούν οι κυρίαρχες πολιτικοοικονομικές σχέσεις και το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματα της (ανθρώπινο δυναμικό, τεχνολογικές δυνατότητες, περιβάλλον, καινοτόμα επιχειρηματικότητα, προσέλκυση παραγωγικών κεφαλαίων) και να αντιστρέψει τη «φτωχοποίηση» της. Ίσως να είναι πλέον αργά, αν συνυπολογίσουμε τα τρέχοντα δημογραφικά και κλιματικά και περιβαλλοντικά δεδομένα.
- Η αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος
Το πολιτικό σύστημα ιστορικά παρέμεινε σταθερό μέχρι την κρίση και είχε δύο χαρακτηριστικές συνέπειες.
Πρώτον την αδυναμία άλλων πολιτικών προσώπων (εκτός των οικογενειών) να ηγηθούν των δύο κομμάτων και να κερδίσουν εκλογές (Κανελλόπουλος, Μαύρος, Ράλλης, Αβέρωφ, Έβερτ, και πρόσφατα οι διάδοχοι του Γιώργου Παπανδρέου στο διαλυμένο πλέον ΠΑΣΟΚ).
Και δεύτερον, την αδυναμία των «προσωποπαγών κομμάτων», να επιβιώσουν και να μακροημερεύσουν, (Στεφανόπουλος, Μάνος, Αρσένης, Τσοβόλας, Σαμαράς, Μπακογιάννη, Αβραμόπουλος).
Η οικονομική κρίση και η δεκαετία των μνημονίων, διέλυσε τον ένα από τους δύο πόλους, το ΠΑΣΟΚ. Διατήρησε, παρά την πτώση του, τον άλλο, τη ΝΔ. Συμπαρέσυρε το τέλος της «οικογένειας Παπανδρέου».
Η κρίση του ΠΑΣΟΚ συνεχίζεται. Ένα μέρος του πολιτικού προσωπικού έχει μετακομίσει στη ΝΔ. Το εναπομείναν δρα αντιφατικά. Το σημερινό ΠΑΣΟΚ έχει «διμέτωπο», δεξιά και αριστερά, μία στρατηγική μόνιμης αυτοκαθήλωσης.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κάλυψε ορμητικά το κενό του ΠΑΣΟΚ και άντεξε στη διακυβέρνηση. Βούλιαξε ως αντιπολίτευση. Επεδίωξε «διευρυνόμενος» να γίνει ο δεύτερος «προοδευτικός» πόλος, απεμπολώντας κάθε προοπτική ριζοσπαστικών αλλαγών και συγκρούσεων. Και εκεί έχασε τη βάση του -«τους νέους και τις λαϊκές τάξεις», που τον στήριξαν σταθερά το 2015 και το 2019, παρά το μνημόνιο. Χωρίς προοπτική εξουσίας, έγινε επιρρεπής στην «αυτοκτονική» συμπεριφορά (εκλογή Κασσελάκη) και στον κατακερματισμό.
Το δεύτερο φαινόμενο της κρίσης της μνημονιακής περιόδου ήταν η αναβίωση των «προσωποπαγών κομμάτων», (Καμμένος, Θεοδωράκης, Κατσέλη, Λεβέντης, Καρατζαφέρης, Βελόπουλος, Βαρουφάκης, Κωνσταντοπούλου, Αλαβάνος, Γιώργος Παπανδρέου). Τα περισσότερα εξαφανίστηκαν. Κάποια επιβιώνουν ακόμα (Βελόπουλος, Κωνσταντοπούλου, Βαρουφάκης), ενώ όσα συμμετείχαν σε κυβέρνηση απορροφήθηκαν από τα μεγάλα κόμματα (ΛΑΟΣ, ΑΝΕΛ, ΔΗΜΑΡ).
- Η συρρίκνωση της Κεντροαριστεράς
Το ΠΑΣΟΚ ανέκαμψε σταδιακά στο 12/13% και κάπου εκεί «κόλλησε». Με τον ΣΥΡΙΖΑ, να έχει εκλογικές επιδόσεις λίγο πιο πάνω. Το πρόβλημα όμως είναι η συρρίκνωση της ίδιας της Κεντροαριστεράς.
Από το 2012 μέχρι το 2019 σε όλες τις εκλογές ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ άθροιζαν γύρω στο 40% (27% και 12%, 36% και 6%, 32% και 8%). Το 2023 έπεσαν στο 30% (18% και 12%). Στις ευρωεκλογές του 2024 ήταν λίγο χαμηλότερα.
Η κρίση της Κεντροαριστεράς, συνοδεύεται από την έκρηξη της αποχής, την αποστασιοποίηση των νέων και των παραγωγικών ηλικιών, τόσο από τα κόμματα, όσο και από τους κοινωνικούς φορείς και κυρίως την αυξανόμενη δυσαρέσκεια και αμηχανία απέναντι στο σύνολο του κομματικού συστήματος. Σήμερα αποτελεί κοινό τόπο η φράση «δεν έχω τι να ψηφίσω».
Η αντισυστημικότητα, που είναι διάχυτη, είναι ένα φαινόμενο αναγνώρισης εν πολλοίς ότι το παραδοσιακό σύστημα δεν πρόκειται να αλλάξει απολύτως τίποτα. Η αντισυστημικότητα εδράζεται στην ίδια την αποτυχία του πολιτικού συστήματος, χωρίς προφανώς να οδηγεί στη μεταρρυθμιστική τομή του ίδιου του πολιτικού συστήματος.
- Είναι τα «προσωποπαγή κόμματα» η λύση;
Και τώρα έρχεται η απάντηση στο πρόβλημα της πολιτικής κρίσης. Μήπως να φτιάξουμε δύο νέα «προσωποπαγή κόμματα»; Κόμμα Τσίπρα και Κόμμα Καρυστιανού;
Στις επόμενες εκλογές η ΝΔ θα πάρει γύρω στο 30%, το ΠΑΣΟΚ 11-13%, το ΚΚΕ 7-8%, ο ΣΥΡΙΖΑ-Νέα Αριστερά, ας υποθέσουμε, 5-6% και 15% η Ακροδεξιά, με τα «προσωποπαγή» και «παρδαλά» κόμματα της. Θα υπάρξουν και τα κομματίδια που μένουν εκτός βουλής και συγκεντρώνουν 5-6%. Αισίως φτάσαμε στο 75%.
Μένει 25% για Κωνσταντοπούλου, Βαρουφάκη, Κασσελάκη (αν υπάρχει) και στα «δυνατά χαρτιά»: Τσίπρα και Καρυστιανού. Ίσως να είναι 30%, λόγω μείωσης της αποχής. Ο «συνωστισμός» είναι φανερός. Και άπελπις.
Μα το ερώτημα ποιος θα διώξει το Μητσοτάκη παραμένει. Μόνο που το ερώτημα αυτό αφορά αποκλειστικά τη ΝΔ. Ποιον δηλαδή θέλει για Αρχηγό της. Με δεδομένο το ιστορικό της (μόνο με Καραμανλή και Μητσοτάκη κερδίζει εκλογές εδώ και 70 χρόνια), είναι αυτονόητη η συνέχεια.
Ποιο κόμμα θα διώξει τη ΝΔ είναι το σωστό ερώτημα. Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ διαλύθηκε. Τα κόμματα Καρυστιανού και Τσίπρα θα μοιραστούν ένα 20 με 30%. Άρα, κανένα -είναι η συνοπτική απάντηση. Μέχρι νεωτέρας. Μα, τα πρόσωπα, οι αρχηγοί; Φυσικά και είναι καθοριστικά. Αλλά ως επικεφαλής κομμάτων. Τα «προσωποπαγή κόμματα» δεν κερδίζουν εκλογές!..
- Τα «προσωποπαγή κόμματα» ως hybrid κόμματα.
Τα «προσωποπαγή» κόμματα είναι hybrid κόμματα, δεν είναι κόμματα για την ακρίβεια. Έχουν Αρχηγό, ένα αριθμό στελεχών πέριξ του Αρχηγού, έχουν τοπικές ομάδες σε επίπεδα νόμου, δεν έχουν αξιόπιστο πολιτικό πρόγραμμα (το φτιάχνουν υποτίθεται κάποιοι «Σοφοί») και κυρίως δεν έχουν ισχυρή ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα.
Πρώτον η δομή είναι εξ ορισμού αρχηγοκεντρική. Τα κεντρικά στελέχη και οι βουλευτές, είναι χαμηλού προφίλ. Κανείς για παράδειγμα δεν ξέρει ή δεν ανακαλεί τους βουλευτές της Κωνσταντοπούλου, του Βαρουφάκη, του Λεβέντη ή του Βελόπουλου. Αντίθετα τα κανονικά κόμματα έχουν δέκα ή δεκαπέντε στελέχη πρώτης γραμμής που είναι διακριτά και έχουν ορατές διαφοροποιήσεις, ακόμα και από τον Αρχηγό, ανάλογες με τις τάσεις του κόμματος.
Το δεύτερον είναι οι νομαρχιακές κατά κανόνα δομές, από τα οποία προκύπτουν τα ψηφοδέλτια. Μόνο που οι τοπικοί παράγοντες είναι συνήθως «απογοητευμένοι» από τα υπάρχοντα κόμματα, επικεφαλής ίσως κάποιων τοπικών θεσμών, ή ανερχόμενοι πολιτικοί που επιδιώκουν την «εύκολη» πολιτική ανέλιξη.
Στα οργανωμένα κόμματα εξουσίας «θέλει δουλειά», για να συμμετέχει ένας ή μία σε ένα ψηφοδέλτιο βουλευτικών εκλογών. Πρέπει να θητεύσει στην κυβέρνηση (γεν. Γραμματείς Υπουργείων, οργανισμοί, κλπ), ή να έχει πολύχρονη κοινωνική παρουσία ή να προέρχεται από «πολιτικό τζάκι» (σύνηθες στη ΝΔ, πιο περιορισμένο στο ΠΑΣΟΚ). Η πρώτη γραμμή της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι «επαγγελματίες πολιτικοί».
Η «πολιτική είναι επάγγελμα» εδώ και 100 χρόνια. Ο Μαξ Βέμπερ στο περίφημο κείμενο «η πολιτική ως επάγγελμα» (1919) , απάντησε στο ερώτημα της οργάνωσης των κομμάτων σε μία κοινοβουλευτική δημοκρατία. Έκτοτε τα συντηρητικά, σοσιαλιστικά, κομμουνιστικά κόμματα, τώρα πια και τα οργανωμένα Ακροδεξιά, έχουν δομές συμμετοχής και εκπαίδευσης, εκλογής σε φορείς και θεσμούς και φυσικά επανδρώνουν τις κομματικές δομές με επαγγελματικά στελέχη. Το φαινόμενο είναι οριζόντιο.
Τρίτον, τα «προσωποπαγή κόμματα» δεν έχουν ισχυρή ή διακριτή «ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα». Και δεν μπορούν να έχουν. Προκύπτουν από διασπάσεις κομμάτων. Τι ταυτότητα να αποκτήσουν; Κόμμα της Δραχμής (οι διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ μετά το Δημοψήφισμα του 2015); Λαϊκό έναντι εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ; Αντισυστημικό κόμμα του «βάλτε τους φυλακή»; Μονοθεματικά κόμματα, -Μακεδονικό; Νέο Κόμμα (με προσφιλή όρο «Κίνημα») υπέρβασης όλων των παλιών κομμάτων και των γραφειοκρατών τους; Τίποτα από αυτά δεν συγκροτούν ισχυρή ταυτότητα.
Και τέταρτον, φυσικά δεν μπορούν να φτιάξουν προγράμματα, με στοιχειώδη συνοχή. Τα «Ινστιτούτα» και οι «σοφοί» παράγουν δουλειά υποδομής. Τα κόμματα τα κωδικοποιούν τα μετατρέπουν σε πολιτική. Ως «ζωντανοί οργανισμοί» στους κοινωνικούς θεσμούς, στο κοινοβούλιο και στην κυβέρνηση. Τα κόμματα καλύπτουν ευρύ φάσμα ρευμάτων σκέψης και αρθρώνουν, -επιτυχώς ή μη, τα κεντρικά πολιτικά θέματα.
Το ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, μια χαρά πρόγραμμα έφτιαξε και σε κάποιες θεματικές με πολύ ενδιαφέρουσες θέσεις. Βρήκε ελάχιστη ανταπόκριση. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Ως κόμμα λειτούργησε και έκανε τα δέοντα.
Ως «προσωποπαγές» κόμμα, η Πλεύση Ελευθερίας το έκανε επίσης πολύ εύστοχα. Ήταν θεϊκό τρολ, αλλά πραγματολογικά έγκυρο. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, παρουσίασε αντί για πρόγραμμα τον εαυτό της ντυμένη αγρότισσα, εργάτρια, δασκάλα, υπαξιωματικίνα, κ.ο.κ. Με τα πολλά πρόσωπα της, χωρίς κανένα πολιτικό περιεχόμενο.
- Το κόμμα Τσίπρα και το κόμμα Καρυστιανού
Τα δύο εκκολαπτόμενα κόμματα έχουν κοινά χαρακτηριστικά και διαφορές φυσικά. Εκπορεύονται και τα δύο πρωτίστως από την κρίση της Κεντροαριστεράς. Και τα δύο επιτίθενται στην ανικανότητα των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Θεωρούν ότι ένα πρόσωπο-ηγέτης είναι η λύση επανασυσπείρωσης δυναμικών πολιτικών ομάδων. Υπονοούν ότι η πλειοψηφία θα προκύψει στο όνομα ενός «αντιπαραθετικού ηγέτη» στον Μητσοτάκη.
Ο Τσίπρας ξεκαθάρισε ήδη τη στρατηγική του. Θα επιδιώξει να δημιουργήσει κόμμα, προφανώς «προσωποπαγές» και να ενοποιήσει τον «προοδευτικό χώρο», κοινώς να μοιραστεί αρχικά το 25-30% με το ΠΑΣΟΚ και να το οδηγήσει στη συνέχεια σε βαθύτερη κρίση, υπό το βάρος του να «φύγει ο Μητσοτάκης» και της «αρχηγικής υπεροχής» του έναντι του Ανδρουλάκη.
Η Καρυστιανού είναι ένα άλλο κεφάλαιο για τα «προσωποπαγή κόμματα». Δεν είναι καν πολιτικός. Έχει δε ένα και μοναδικό πλεονέκτημα. Εδράζεται σε υπαρκτό κίνημα, το κίνημα των Τεμπών και είναι η μόνη που εν δυνάμει εκφράζει το «εμείς ή αυτοί».
Το «εμείς ή αυτοί» φαντάζει τοξικό για κάποιους. Αλλά μόνο αυτό κερδίζει εκλογές. Το εγκαινίασε με τον Ανένδοτο, ο Γεώργιος Παπανδρέου (κίνημα 114). Το ακολούθησε ο γιός του το 1974-1981 (εργατικό και αγροτικό κίνημα). Το εφάρμοσε επιτυχώς ο ΣΥΡΙΖΑ το 2012-2015 (αντιμνημονιακό κίνημα) Και κατά καιρούς το εφαρμόζει και η Δεξιά, όπως έκανε με το αντισύριζα μέτωπο.
Το «εμείς ή αυτοί», είναι η κόκκινη γραμμή του κινήματος των Τεμπών. «Αυτοί» είναι συνοπτικά το «καθεστωτικό σύστημα ελέγχου» της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Συγκάλυψαν την τραγωδία των Τεμπών για την οποίαν φέρουν συστημική ευθύνη. Το «εμείς», η μεγάλη πλειοψηφία, ηθικοί και έντιμοι άνθρωποι, που δεν συμμετέχουν στο σύστημα διαπλοκής, ευνοιοκρατίας και συγκάλυψης της ΝΔ. Το πολιτικό αίτημα είναι απλό: δικαιοσύνη και ισότητα, η διάλυση κοινώς του αποτρόπαιου καθεστωτικού συστήματος ελέγχου.
Το κόμμα Καρυστιανού έχει τρία ακόμα πλεονεκτήματα. Πρώτον, ο «έχων την κόκκινη γραμμή» έχει ασυλία, απέναντι στις συνήθεις λυσσαλέες επιθέσεις του «κατεστημένου». Δεύτερον έχει οριζόντια απήχηση σε όλο το πολιτικό φάσμα. Και τρίτον κινητοποιεί τις παραγωγικές νεαρές ηλικίες.
Ως hybrid κόμμα, το κόμμα Καρυστιανού θα δοκιμαστεί σε όλα τα γνωστά προβλήματα. Έλλειψη ιδεολογικής και πολιτικής ταυτότητας, πρόγραμμα «μπρυκολάζ», προσέλκυση πολιτικού προσωπικού χωρίς «αξιόπιστο» πολιτικό παρελθόν και αδυναμία διαμόρφωσης ομάδας πρώτης γραμμής.
Το κόμμα Τσίπρα θα έχει λιγότερα προβλήματα στελέχωσης των τοπικών ψηφοδελτίων ή διαμόρφωσης μίας δεκάδας πρώτης γραμμής για τις εκλογές. Αλλά θα έχει όλα τα άλλα των «προσωποπαγών» κομμάτων. Ρευστή πολιτική και ιδεολογική ταυτότητα, αδυναμία να διαμορφώσει αξιόπιστο πρόγραμμα, και κυρίως χωρίς το «εμείς ή αυτοί».
Τα κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού θα έχουν μία παράλληλη και ανταγωνιστική σχέση σε ένα ρευστοποιημένο πολιτικό περιβάλλον με αφετηρία το 20% του πάλαι ποτέ ΣΥΡΙΖΑ. Διευρυμένο λόγω Καρυστιανού με σημαντικό μέρος της αποχής και των μετακινήσεων από άλλους πολιτικούς χώρους. Σε κάθε περίπτωση και τα δύο αντικειμενικά με πεπερασμένο πολιτικό χώρο και χωρίς να μπορούν να δημιουργήσουν εναλλακτικό πόλο στη ΝΔ.
- Οι επόμενες εκλογές.
Οι επόμενες εκλογές το 2026/27 είναι σαν το «χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου». Τα παραδοσιακά κόμματα δεν θα μπορούν να πετύχουν τους στόχους τους: Αυτοδύναμη κυβέρνηση, βελτίωση εκλογικών ποσοστών. Τα υπάρχοντα «προσωποπαγή κόμματα» θα τα σαρώσει το κόμμα Καρυστιανού. Ο δεύτερος πόλος της Κεντροαριστεράς θα μειωθεί περαιτέρω, με το κόμμα Τσίπρα να ανταγωνίζεται το ΠΑΣΟΚ σε μία συρρικνούμενη εκλογική βάση.
Η ελπίδα θα περιμένει λίγο ακόμα. Η «οικογενειοκρατία» των συστημικών κομμάτων αποτελεί εμφανώς το μείζον πρόβλημα. Μόνο που τα «προσωποπαγή κόμματα» φαίνεται να αποτελούν τον καθρέπτη της. Κοινώς πόσα «προσωποπαγή κόμματα» να αντέξει αυτή η χώρα; Κόμματα ρήξης και αλλαγής, με θεμελιακές ιδέες για τις τεράστιες αλλαγές και το μετασχηματισμό τελικά της ελληνικής κοινωνίας, χρειάζεται ο τόπος. Και με προοπτική διακυβέρνησης και ισχυρών κοινωνικών συμμαχιών. Μόνο που αυτά δεν υπάρχουν ούτε καν στον ορίζοντα.
Αναδημοσίευση από το KREPORT
(*) Ο Γιώργος Σταθάκης είναι αφ. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, πρώην Υπουργός.


