08 Ιαν 2026

Δείτε επίσης

Ο Μπέλα Ταρ δεν είναι πια εδώ: Αποχαιρετισμός στον ποιητή των αργών μονοπλάνων

Image

Ο Μπέλα Ταρ, ο θρυλικός Ούγγρος σκηνοθέτης που μετέτρεψε τον χρόνο σε κινηματογραφικό υλικό και το ασπρόμαυρο σε φιλοσοφία ζωής, έφυγε από τη ζωή την περασμένη Τρίτη σε ηλικία 70 ετών, έπειτα από μακρά ασθένεια.

Την είδηση του θανάτου του ανακοίνωσε εκ μέρους της οικογένειάς του ο σκηνοθέτης Bence Fliegauf. Με τον θάνατό του, η Ευρώπη του σινεμά χάνει έναν από τους πιο ελεύθερους και ανυπότακτους δημιουργούς της.

Από την Πεκς στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη

Γεννημένος στις 21 Ιουλίου 1955 στην πόλη Πεκς της νοτιοδυτικής Ουγγαρίας, ο Μπέλα Ταρ ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο πριν ακόμη ενηλικιωθεί. Σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών γυρίζει την πρώτη του ερασιτεχνική ταινία, με θέμα ρομά εργάτες. Δεν ήταν απλώς μια μαθητική απόπειρα· ήταν η πρώτη ένδειξη της κοινωνικής του δέσμευσης και της οξυμένης του ματιάς προς τους περιθωριοποιημένους.

Έξι χρόνια αργότερα, το 1977, παρουσιάζει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, την «Οικογενειακή φωλιά». Στηρίζεται από το πειραματικό στούντιο Béla Balázs στη Βουδαπέστη, όπου σπουδάζει σκηνοθεσία, και μπαίνει δυναμικά στο νέο ουγγρικό σινεμά, θέτοντας από νωρίς τις βάσεις ενός έργου που θα εξελιχθεί σε σημείο αναφοράς.

Ο δημιουργός που έκανε τον χρόνο να ακινητήσει

Ο Μπέλα Ταρ έγινε διεθνώς γνωστός για τα μακρά μονοπλάνα του, τους αργούς, υπνωτιστικούς ρυθμούς και τα ασπρόμαυρα, ερημωμένα τοπία που μοιάζουν να αιωρούνται έξω από τον ιστορικό χρόνο. Το σινεμά του δεν ήταν αφήγηση, αλλά εμπειρία: ένα ταξίδι στην ανθρώπινη μοναξιά, στη φθορά, στην ηθική και υλική παρακμή των κοινωνιών μετά τη διάψευση των μεγάλων ιδεολογιών.

«Πέθανε ο πιο ελεύθερος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ», δήλωσε ο δήμαρχος της Βουδαπέστης, Γκέργκελι Καρασόνι, αναφερόμενος στην αγάπη του σκηνοθέτη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και πράγματι, σε έναν κόσμο όπου η ταχύτητα έγινε κανόνας, εκείνος διάλεξε την επιβράδυνση, σχεδόν την ακινησία – μια πολιτική, και ταυτόχρονα βαθιά υπαρξιακή χειρονομία.

«Satantango»: ένα επτάωρο αριστούργημα για την κατάρρευση των βεβαιοτήτων

Το έργο που ταυτίστηκε περισσότερο με το όνομά του είναι το «Satantango» («Το τανγκό του Σατανά», 1994). Η επτάωρη αυτή ταινία, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Λάσλο Κρασναχορκάι, περιγράφει την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη, την υλική και πνευματική παρακμή μιας κοινότητας που παραπαίει. Με αργά πλάνα, βροχή, λάσπη και πρόσωπα σημαδεμένα από τον χρόνο, ο Ταρ οικοδομεί ένα σύμπαν χωρίς εύκολες παρηγοριές.

Ο Κρασναχορκάι, βραβευμένος αργότερα με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, υπήρξε ο στενός και σταθερός του συνεργάτης. Μαζί συνυπέγραψαν τα σενάρια, μαζί διαμόρφωσαν έναν ολόκληρο κόσμο, όπου λογοτεχνία και κινηματογράφος συναντιούνται σε σκοτεινή, ποιητική ισορροπία.

Ο «Ούγγρος Ταρκόφσκι» που δεν αντέγραφε κανέναν

Η κριτική συχνά τον αποκαλούσε «Ούγγρο Ταρκόφσκι», θέλοντας να τον τοποθετήσει δίπλα στον σπουδαίο Ρώσο ποιητή των εικόνων. Ο Μπέλα Ταρ, όμως, δεν μιμήθηκε ποτέ κανέναν. Το κινηματογραφικό του βλέμμα ήταν αναγνωρίσιμο και ριζικά προσωπικό.

Στη φιλμογραφία του ξεχωρίζουν έργα όπως ο «Μάκβεθ» (1982), οι «Αρμονίες του Βέρκμαϊστερ» (2000), που παρουσιάστηκαν με επιτυχία στις Κάννες, αλλά και η «Κατάρα» (1988), η πρώτη ανεξάρτητη ουγγρική ταινία μεγάλου μήκους που συμμετείχε στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Στα έργα του, οι ήρωες φαίνονται συχνά εγκλωβισμένοι, αλλά η ματιά του σκηνοθέτη δεν είναι κυνική· είναι βαθιά ανθρώπινη, γεμάτη συμπόνια.

Το άλογο του Τορίνο και η απόφαση της σιωπής

Το 2011, με την ταινία «Το άλογο του Τορίνο», ο Μπέλα Ταρ ανακοινώνει την αποχώρησή του από τον κινηματογράφο. Έκτοτε γύρισε μόνο δύο μικρού μήκους ταινίες, επιλέγοντας να αφιερωθεί στη διδασκαλία στην Ουγγαρία, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Το πέρασμα στη διδασκαλία δεν ήταν παραίτηση· ήταν συνέχιση της δημιουργίας με άλλον τρόπο, καθώς δίπλα του γαλουχήθηκαν νέες γενιές κινηματογραφιστών.

«Είχα την τύχη να βρω τον δρόμο μου για να επιβιώσω: να κάνω ταινίες, αυτό είναι το δικό μου πράγμα», δήλωνε το 2005. Και λίγα χρόνια αργότερα, το 2019, ομολογούσε πως «έκανα όσα ήθελα». Μια σπάνια φράση πληρότητας, σχεδόν εξομολογητική, από έναν δημιουργό που δεν υπήρξε ποτέ θορυβώδης.

Η παρακαταθήκη ενός ελεύθερου δημιουργού

Με τον θάνατό του, κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο του ευρωπαϊκού σινεμά του ύστερου 20ού αιώνα. Ο Μπέλα Ταρ άφησε πίσω του όχι μόνο ταινίες, αλλά έναν τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο: πιο αργά, πιο προσεκτικά, πιο ανθρώπινα. Σε μια εποχή που τα πάντα επιταχύνονται, το έργο του υπενθυμίζει ότι η εικόνα μπορεί να γίνει στοχασμός και ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια –η αξία που τίμησε περισσότερο– παραμένει η ουσία των πάντων.

Το σινεμά του δεν ήταν εύκολο. Ήταν, όμως, αναγκαίο. Και γι’ αυτό θα μείνει.

Δείτε επίσης

Ο Μπέλα Ταρ δεν είναι πια εδώ: Αποχαιρετισμός στον ποιητή των αργών μονοπλάνων | Anatropi News.gr