Το 2025 κλείνει για την κυβέρνηση ως μια από τις πιο δύσκολες χρονιές της εξαετούς και πλέον διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Ξεκίνησε με τα μαζικά συλλαλητήρια για την τραγωδία των Τεμπών και ολοκληρώνεται με αγροτικά μπλόκα σε ολόκληρη τη χώρα, σε ένα περιβάλλον κοινωνικής κόπωσης, πολιτικής δυσπιστίας και έντονης δημοσκοπικής πίεσης.
Η ΝΔ βρίσκεται σε δημοσκοπικά χαμηλά και μακριά από την αυτοδυναμία με τη βασική παρηγοριά, , όπως λένε χαρακτηριστικά κυβερνητικά στελέχη, να προέρχεται από τη διαρκή αδυναμία της αντιπολίτευσης να συγκροτήσει πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Το 2026, ωστόσο, δεν προσφέρεται για αναμονή. Αντιθέτως, αντιμετωπίζεται από το Μέγαρο Μαξίμου ως ο τελευταίος πλήρης χρόνος πριν από τις εθνικές εκλογές και, άρα, ως μια αμιγώς προεκλογική χρονιά. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης το έχει περιγράψει με σαφήνεια: τα περιθώρια για αναβολές, μεταθέσεις και «αγορά χρόνου» έχουν εξαντληθεί.
Ρευστό πολιτικό σκηνικό και νέες αβεβαιότητες
Το πολιτικό περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά ρευστό. Πέρα από τη φθορά της κυβέρνησης, το ενδεχόμενο εμφάνισης νέων πολιτικών σχηματισμών ή πρωτοβουλιών προσθέτει έναν επιπλέον παράγοντα αστάθειας. Οι κινήσεις του Αλέξη Τσίπρα, η δημόσια παρουσία και πολιτικοποίηση της Μαρίας Καρυστιανού, αλλά και το παρατεταμένο αίνιγμα γύρω από τις προθέσεις του Αντώνη Σαμαρά, διαμορφώνουν ένα σκηνικό όπου η πολιτική τράπουλα μπορεί να ανακατευτεί ανά πάσα στιγμή.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση καλείται όχι μόνο να διαχειριστεί τα ανοιχτά μέτωπα, αλλά και να αποδείξει ότι διαθέτει ακόμη πολιτικό απόθεμα, στρατηγική συνοχή και –κυρίως– μετρήσιμα αποτελέσματα.
Αγροτικό: το απρόβλεπτο αγκάθι με θεσμικές προεκτάσεις
Το πιο άμεσο και απρόβλεπτο μέτωπο για το 2026 είναι αναμφίβολα το αγροτικό. Οι κινητοποιήσεις έχουν ήδη συμπληρώσει έναν μήνα, με ισχυρή παρουσία σε όλη τη χώρα και με έντονα τοπικά χαρακτηριστικά. Το ζήτημα επιβαρύνεται περαιτέρω από τη σκιά της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ και τη στενή επιτήρηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και από το ενδεχόμενο νέας δικογραφίας στη Βουλή με πολιτικά πρόσωπα.
Για την κυβέρνηση, ο βασικός στόχος είναι σαφής: τα μπλόκα πρέπει να διαλυθούν το συντομότερο δυνατό. Ταυτόχρονα, όμως, έχει χαραχθεί ένα αυστηρό πλαίσιο διαλόγου και ένα όριο «ανοχής» που –σύμφωνα με κυβερνητικές εκτιμήσεις– στενεύει όσο περνά ο χρόνος. Η ελπίδα στο Μαξίμου είναι ότι μετά τα Φώτα θα αρχίσει να ραγίζει το ενιαίο μέτωπο των αγροτών και να μειώνεται η κοινωνική στήριξη προς τις κινητοποιήσεις.
Ακρίβεια και στέγη: οι μόνιμοι εχθροί της καθημερινότητας
Διαχρονικό αλλά επίμονο πρόβλημα παραμένει η ακρίβεια, σε άμεση συνάρτηση με το στεγαστικό. Παρά τα αλλεπάλληλα πακέτα μέτρων, το κόστος ζωής εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά, επηρεάζοντας πλέον ακόμη και ανελαστικές δαπάνες. Η στέγη, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα, αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα πολιτικής φθοράς.
Η κυβέρνηση επενδύει πολλά στο νέο πακέτο στεγαστικών μέτρων: επιδότηση ενός ενοικίου, φορολογικά κίνητρα, παρεμβάσεις στην προσφορά κατοικιών. Ωστόσο, στο εσωτερικό της ΝΔ αναγνωρίζεται ότι αν ακρίβεια και στέγη δεν παρουσιάσουν απτά σημάδια αποκλιμάκωσης, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να εξελιχθούν σε «θηλιά» ενόψει των εκλογών.
Το αφήγημα της σταθερότητας και το μεταρρυθμιστικό στοίχημα
Απέναντι σε αυτή τη συσσωρευμένη πίεση, το Μέγαρο Μαξίμου αντιπαραθέτει το αφήγημα της πολιτικής σταθερότητας και της συνέχειας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει ότι η Ελλάδα του 2026 είναι μια πολύ διαφορετική και ισχυρότερη χώρα από εκείνη του 2019, με δομημένο μεταρρυθμιστικό σχέδιο που έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη πολιτών, αγορών και εταίρων.
Στο οικονομικό πεδίο, η κυβέρνηση προβάλλει ένα πλέγμα παρεμβάσεων με στόχο την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος: μειώσεις φόρων και εισφορών, επιστροφή ενός μισθώματος σε περίπου 900.000 ενοικιαστές, βοήθημα 250 ευρώ σε χαμηλοσυνταξιούχους, αυξήσεις και αναδρομικά σε συντάξεις και Ένοπλες Δυνάμεις, κατάργηση της προσωπικής διαφοράς και νέα αύξηση του κατώτατου μισθού από τον Απρίλιο.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αν τα μέτρα αυτά θα γίνουν πράγματι αισθητά στην καθημερινότητα ή αν θα χαθούν μέσα στον πληθωρισμό.
Ταμείο Ανάκαμψης: ο αγώνας δρόμου με τα χρονοδιαγράμματα
Το 2026 είναι και η χρονιά ολοκλήρωσης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Τα χρονοδιαγράμματα είναι ασφυκτικά και οι απαιτήσεις υλοποίησης υψηλές. Η εντολή του πρωθυπουργού είναι ξεκάθαρη: να μη χαθεί ούτε ένα ευρώ από τα ευρωπαϊκά κονδύλια, τα οποία αποτελούν βασικό μοχλό για τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Οι καταγγελίες της αντιπολίτευσης –και ειδικά του ΠΑΣΟΚ– για αδυναμία υλοποίησης δεκάδων κρίσιμων μέτρων προσθέτουν πολιτική πίεση, με την κυβέρνηση να απαντά ότι οι αναθεωρήσεις είναι μέρος της προβλεπόμενης διαδικασίας. Παρ’ όλα αυτά, ο πήχης έχει τεθεί ψηλά και η αποτυχία δεν αποτελεί επιλογή.
Συνέδριο ΝΔ και καθαρό προεκλογικό σήμα
Την άνοιξη του 2026 αναμένεται το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, πιθανότατα τον Απρίλιο, το οποίο θα σηματοδοτήσει και επισήμως την έναρξη της προεκλογικής περιόδου. Εκεί θα αποσαφηνιστούν οι εκλογικοί στόχοι και η στρατηγική με ορίζοντα κάλπες την άνοιξη του 2027.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι θα ηγηθεί της προσπάθειας, κλείνοντας τη συζήτηση για την «επόμενη μέρα». Σε κομματικό επίπεδο, η συμμετοχή άνω των 122.000 μελών στις εσωκομματικές εκλογές θεωρείται θετικό σημάδι κινητοποίησης, χωρίς ωστόσο να αναιρεί τη γενικότερη κοινωνική φθορά.
Περιφέρεια και δεξιά διαρροή: το στοίχημα της επανασύνδεσης
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά το ζήτημα της περιφερειακής ανάπτυξης. Οι αγροτικές κινητοποιήσεις και οι αντιδράσεις για τα ΕΛΤΑ ανέδειξαν το αίσθημα εγκατάλειψης εκτός μεγάλων αστικών κέντρων. Η κυβέρνηση σχεδιάζει 50 τοπικά σχέδια ανάπτυξης, με έμφαση στην ορεινότητα και τη νησιωτικότητα, επιχειρώντας να ανακόψει και τη διαρροή ψηφοφόρων προς κόμματα δεξιότερα της ΝΔ.
Ο ανήφορος χωρίς δικαιολογίες
Το 2026 προμηνύεται ως απότομος ανήφορος για την κυβέρνηση. Μετά από 6,5 χρόνια εξουσίας και διαδοχικές αυτοδυναμίες, οι δικαιολογίες περί «παραλαβής» δεν πείθουν πλέον. Το στοίχημα δεν είναι ο σχεδιασμός, αλλά η υλοποίηση. Όπως το έθεσε χαρακτηριστικά ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, στο τέλος της τετραετίας το ζητούμενο είναι ένα: «Το είπαμε, το κάναμε». Το αν αυτό θα αποδειχθεί πειστικό στην κάλπη, μένει να φανεί.