01 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Spots
  • Κορωνοϊός: Γιατί δεν ολοκληρώνεται η αποσύνθεση των νεκρών έξι χρόνια μετά την πανδημία

Κορωνοϊός: Γιατί δεν ολοκληρώνεται η αποσύνθεση των νεκρών έξι χρόνια μετά την πανδημία

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η πανδημία του κορωνοϊού άφησε πίσω της έναν βαρύ απολογισμό ανθρώπινων απωλειών, αλλά και μια λιγότερο γνωστή συνέπεια που εξακολουθεί να απασχολεί σήμερα τα κοιμητήρια σε πολλές περιοχές της χώρας. Έξι χρόνια μετά την έναρξη της υγειονομικής κρίσης, οι εκταφές ανθρώπων που πέθαναν από Covid-19 φέρνουν στην επιφάνεια ένα πρόβλημα που συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο είχαν γίνει οι ταφές εκείνης της περιόδου.

Σε αρκετές περιπτώσεις, η χρήση ανθεκτικών και αδιάβροχων πλαστικών σάκων, αλλά και η κάλυψη των φερέτρων με νάιλον, φαίνεται ότι δημιούργησε συνθήκες που επιβράδυναν σημαντικά τη φυσική αποσύνθεση των σωμάτων. Το ζήτημα είχε γίνει ήδη ορατό από το 2024, όταν στις πρώτες εκταφές στη Λάρισα διαπιστώθηκε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η διαδικασία δεν είχε προχωρήσει όπως αναμενόταν.

Για τις οικογένειες των νεκρών, η διαδικασία αποκτά μια ιδιαίτερα δύσκολη διάσταση. Άνθρωποι που είχαν στερηθεί την τελευταία στιγμή αποχαιρετισμού, λόγω των αυστηρών πρωτοκόλλων της πανδημίας, καλούνται χρόνια αργότερα να αντιμετωπίσουν εκ νέου την απώλεια, αυτή τη φορά κατά την εκταφή.

Το πρόβλημα έχει ταυτόχρονα και πρακτική διάσταση για τους δήμους. Η καθυστέρηση της φυσικής διαδικασίας σημαίνει ότι οι τάφοι παραμένουν δεσμευμένοι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, σε μια περίοδο κατά την οποία πολλά μεγάλα κοιμητήρια αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρούς περιορισμούς διαθέσιμου χώρου.

Η τριετία αποτελεί τον ελάχιστο χρόνο ταφής που προβλέπεται από τους κανονισμούς των κοιμητηρίων. Μετά την παρέλευσή της, οι συγγενείς ενημερώνονται για την εκταφή και έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν παράταση, η οποία μπορεί να φτάσει έως και τα πέντε χρόνια, ανάλογα με τον κανονισμό κάθε κοιμητηρίου.

Η εγκύκλιος του 2024

Το ζήτημα αποτυπώθηκε και στην επικαιροποιημένη εγκύκλιο του 2024 για τις εκταφές. Οι γενικές οδηγίες επισημαίνουν ότι ο χρόνος που απαιτείται για την πλήρη αποσύνθεση μιας σορού δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, καθώς σημαντικό ρόλο παίζουν οι συνθήκες ταφής και κυρίως η σύσταση του εδάφους.

Η εγκύκλιος προβλέπει επίσης ότι, όταν μετά την παρέλευση του προβλεπόμενου χρόνου δεν έχει ολοκληρωθεί η βιολογική διαδικασία αποσύνθεσης των μαλακών ιστών, τα κοιμητήρια οφείλουν να διαθέτουν χώρο για τον εκ νέου ενταφιασμό των εναπομεινάντων λειψάνων, ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία.

Ειδικά για τους θανόντες από Covid-19, όταν κατά την εκταφή διαπιστώνεται ότι η σορός παραμένει μέσα σε ανθεκτικό και αδιάβροχο σάκο, η οδηγία είναι να αφαιρείται ο σάκος και η σορός να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας του εκάστοτε κοιμητηρίου.

Παράλληλα, ζητείται από τις υπηρεσίες των δήμων να επιδεικνύουν τον απαιτούμενο σεβασμό προς τις οικογένειες και να λαμβάνουν μέτρα ώστε να αποφεύγεται η περιττή ταλαιπωρία των συγγενών, αλλά και κάθε οικονομική επιβάρυνση πέρα από τα απολύτως αναγκαία έξοδα.

Από το σκίσιμο του νάιλον στον επανενταφιασμό

Στις πρώτες εκταφές του 2024 και του 2025 οι δήμοι ακολούθησαν διαφορετικές πρακτικές. Σε ορισμένες περιπτώσεις αφαιρέθηκαν πλήρως οι πλαστικοί σάκοι και οι σοροί επανενταφιάστηκαν, ώστε να συνεχιστεί η φυσική διαδικασία.

Σε άλλες περιπτώσεις επιλέχθηκε η λύση του περιορισμένου ανοίγματος ή σκισίματος των πλαστικών καλυμμάτων. Στόχος ήταν να δημιουργηθούν οι συνθήκες που απαιτούνται για να προχωρήσει η αποσύνθεση, χωρίς να χρειαστεί πλήρης αλλαγή της διαδικασίας.

Το ζήτημα είχε καταγραφεί ήδη από το 2024 στη Λάρισα. Κατά τις πρώτες εκταφές στο Νέο Κοιμητήριο διαπιστώθηκαν σοροί στις οποίες η αποσύνθεση δεν είχε προχωρήσει, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις το νάιλον ήταν τόσο εκτεταμένο ώστε ακόμη και το φέρετρο παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ανέπαφο.

Οι εργαζόμενοι είχαν τότε επισημάνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι νεκροί είχαν τοποθετηθεί ακόμη και σε δύο ή τρεις πλαστικούς σάκους, ενώ τα φέρετρα είχαν επίσης καλυφθεί με πλαστικό. Η πρακτική αυτή εφαρμόστηκε κατά την περίοδο των αυστηρών υγειονομικών μέτρων, όταν προτεραιότητα ήταν η προστασία συγγενών και εργαζομένων από πιθανή μετάδοση του ιού.

Καβάλα: Περίπου 150 περιπτώσεις μετά την πενταετία

Ανάλογη εικόνα καταγράφηκε και στην Καβάλα. Απόφαση του δήμου τον Φεβρουάριο του 2026 αναφέρεται σε περίπου 150 περιπτώσεις στα κοιμητήρια της περιοχής, στις οποίες, ακόμη και μετά την παρέλευση πέντε ετών, δεν είχε ολοκληρωθεί η αποσύνθεση.

Η αιτία αποδίδεται στην τοποθέτηση των σορών σε πλαστικούς σάκους, πρακτική που είχε εφαρμοστεί στο πλαίσιο των τότε υγειονομικών οδηγιών. Η λύση που προβλέφθηκε ήταν η αφαίρεση των πλαστικών καλυμμάτων και ο εκ νέου ενταφιασμός, ώστε οι σοροί να παραμείνουν στο έδαφος για τουλάχιστον ακόμη έναν χρόνο.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά μόνο την οργάνωση των εκταφών. Δημιουργεί πρόσθετη πίεση σε κοιμητήρια που ήδη λειτουργούν με περιορισμένη χωρητικότητα, καθώς ένας τάφος που κανονικά θα έπρεπε να αποδεσμευτεί μετά την προβλεπόμενη περίοδο μπορεί να χρειαστεί να παραμείνει ενεργός για αρκετά ακόμη χρόνια.

Θεσσαλονίκη: 800 τάφοι ελέγχθηκαν στον Εύοσμο

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η Θεσσαλονίκη, όπου το ζήτημα έχει πάρει μεγάλη έκταση στα κοιμητήρια Ευόσμου.

Όπως αναφέρει ο νέος πρόεδρος του Συνδέσμου Δήμων Δυτικής Θεσσαλονίκης Κώστας Τσιαπακίδης, από το 2025 έως και τον Αύγουστο του 2026 ανοίχθηκαν περίπου 800 τάφοι ανθρώπων που είχαν πεθάνει από κορωνοϊό, από τους συνολικά 1.200 που είχαν προγραμματιστεί.

«Πράγματι διαπιστώθηκε ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η αποσύνθεση», αναφέρει, εξηγώντας ότι σε πρώτη φάση, το 2025, είχε επιλεγεί το σκίσιμο του νάιλον. Ωστόσο, κατά τις εργασίες του 2026 διαπιστώθηκε ότι ακόμη και σε περιπτώσεις όπου είχε γίνει αυτή η παρέμβαση, η φυσική διαδικασία δεν είχε ολοκληρωθεί.

Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί ένα νέο ερώτημα: εάν η συγκεκριμένη πρακτική δεν αποδειχθεί επαρκής, θα απαιτηθούν νέες παρεμβάσεις και πιθανώς νέες εκταφές και επανενταφιασμοί.

Η λύση με το χώμα

Η νέα διοίκηση του Συνδέσμου επιχειρεί να αποφύγει αυτό ακριβώς το ενδεχόμενο. Σύμφωνα με τον κ. Τσιαπακίδη, εξετάζεται η χρήση ειδικού βελτιωτικού χώματος πάνω από τους τάφους, με στόχο να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε να συνεχιστεί η φυσική διαδικασία χωρίς να χρειαστεί να ανοίξουν ξανά οι τάφοι.

«Εμείς δεν θα ανοίξουμε κανέναν τάφο», σημειώνει, εξηγώντας ότι η λύση που εξετάζεται θα αξιολογηθεί στην πράξη και μπορεί να χρειαστεί περίπου έξι μήνες για να φανεί εάν αποδίδει.

Για τον ίδιο λόγο έχουν ήδη ακυρωθεί ορισμένα προγραμματισμένα ραντεβού για εκταφές. Εφόσον η μέθοδος με το ειδικό χώμα αποδειχθεί αποτελεσματική, πρόθεση της διοίκησης είναι να εφαρμοστεί και στις υπόλοιπες περιπτώσεις.

Πίσω από το τεχνικό πρόβλημα υπάρχει, όμως, και μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση. Οι οικογένειες των ανθρώπων που πέθαναν στην πανδημία βίωσαν τότε περιορισμούς που δεν επέτρεψαν τον αποχαιρετισμό με τον τρόπο που γνώριζαν. Σήμερα, χρόνια αργότερα, καλούνται σε ορισμένες περιπτώσεις να αντιμετωπίσουν ξανά μια διαδικασία που θεωρούσαν ότι είχε ολοκληρωθεί.

Η υπόθεση των εκταφών των θυμάτων του κορωνοϊού αποτελεί έτσι μία από τις λιγότερο ορατές συνέπειες της πανδημίας: ένα ζήτημα που ξεκίνησε από τα έκτακτα μέτρα δημόσιας υγείας και σήμερα μεταφέρεται στην καθημερινότητα των δήμων, των κοιμητηρίων και κυρίως των οικογενειών που εξακολουθούν να διαχειρίζονται τις συνέπειες εκείνης της περιόδου.

Δείτε επίσης