Ο Γιώργος Δελαστίκ πέθανε το πρωί της 15ης Οκτωβρίου 2020, ύστερα από μακρόχρονη μάχη με εκφυλιστική ασθένεια.
Έξι χρόνια μετά, η δημοσιογραφική του παρακαταθήκη παραμένει επίκαιρη για έναν συγκεκριμένο λόγο: συνδύαζε την ευρυμάθεια με τη μεθοδική έρευνα, τη γνώση ξένων γλωσσών με την κατανόηση της διεθνούς πολιτικής και την κριτική σκέψη με την ακρίβεια στη διατύπωση.
Για όσους είχαν την τύχη να εργαστούν μαζί του, ο Δελαστίκ ήταν κάτι περισσότερο από ένας έμπειρος δημοσιογράφος. Ήταν ένας άνθρωπος που αντιμετώπιζε την ενημέρωση ως καθημερινή άσκηση γνώσης και πειθαρχίας. Η σχέση του με τον Τύπο, ελληνικό και ξένο, δεν εξαντλούνταν στην αναζήτηση μιας είδησης. Αφορούσε την προσπάθεια να καταλάβει τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις, τις πολιτικές αποφάσεις και τις δημόσιες δηλώσεις.
Η διαδρομή του αναδεικνύει μια διάσταση της δημοσιογραφίας που σήμερα δοκιμάζεται ιδιαίτερα: την ανάγκη για χρόνο, συστηματική μελέτη και ανεξάρτητη κρίση σε ένα περιβάλλον όπου η ταχύτητα της μετάδοσης συχνά προηγείται της εμβάθυνσης.
Οι ξένες γλώσσες ως εργαλείο κατανόησης της πολιτικής
Η έφεση του Γιώργου Δελαστίκ στις ξένες γλώσσες ήταν παροιμιώδης στον δημοσιογραφικό χώρο. Αποτελούσε συχνά αντικείμενο συζήτησης, ακόμη και αστείων μεταξύ συναδέλφων. Πίσω από αυτή την πλευρά του χαρακτήρα του, ωστόσο, βρισκόταν ένα ουσιαστικό επαγγελματικό πλεονέκτημα: η δυνατότητα να παρακολουθεί τις διεθνείς εξελίξεις μέσα από τις ίδιες τις πηγές τους.
Η γνώση μιας γλώσσας δεν του επέτρεπε απλώς να διαβάζει ξένες εφημερίδες και περιοδικά. Του έδινε πρόσβαση στο πολιτικό και επικοινωνιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνονταν οι αποφάσεις. Μπορούσε να εξετάζει πώς τοποθετούνταν αρχηγοί κρατών, κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί, να εντοπίζει αποχρώσεις στις διατυπώσεις τους και να συγκρίνει την επίσημη επιχειρηματολογία με τον τρόπο που αυτή παρουσιαζόταν στον Τύπο κάθε χώρας.
Η διεθνής πολιτική απαιτεί ακριβώς αυτή την ικανότητα: να διαβάζεις πέρα από την πρώτη είδηση, να αναγνωρίζεις τις διαφορετικές οπτικές και να ξεχωρίζεις την πληροφορία από την πολιτική επιδίωξη. Ο Δελαστίκ είχε κάνει αυτή τη διαδικασία μέρος της καθημερινής δημοσιογραφικής εργασίας του.
Το διάβασμα του Τύπου ως καθημερινή δημοσιογραφική έρευνα
Εξίσου εντυπωσιακή με τη γλωσσομάθειά του ήταν η επιμονή του στο διάβασμα. Ξένες και ελληνικές εφημερίδες, περιοδικά, ανακοινώσεις κομμάτων και κείμενα διεθνών οργανισμών περνούσαν από την προσεκτική ματιά του. Δεν προσπερνούσε αδιάφορα τις λεπτομέρειες ούτε αντιμετώπιζε τις διατυπώσεις ως δευτερεύον στοιχείο της είδησης.
Για τον Δελαστίκ, η έρευνα δεν τελείωνε όταν συγκεντρωνόταν η βασική πληροφορία. Συνεχιζόταν με τη διασταύρωση, τη σύγκριση και την αναζήτηση του ευρύτερου πλαισίου. Η ανακοίνωση ενός κόμματος, μια φράση σε μια ξένη εφημερίδα ή μια προσεκτικά διατυπωμένη δήλωση ενός αξιωματούχου μπορούσαν να προσφέρουν στοιχεία για την κατανόηση μιας πολιτικής εξέλιξης.
Αυτή η προσέγγιση συνδέεται με ένα ευρύτερο πρόβλημα της σύγχρονης ενημέρωσης: τη δυσκολία να διατηρηθεί η πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης και η επαφή με διαφορετικές πηγές και ερμηνείες. Η συστηματική ανάγνωση του διεθνούς Τύπου λειτουργεί ως αντίβαρο στην ανακύκλωση της ίδιας πληροφορίας και περιορίζει τον κίνδυνο να υιοθετεί ο δημοσιογράφος άκριτα το πλαίσιο που επιβάλλει μία μόνο πλευρά.
Η ακρίβεια ως στάση ζωής
Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του θυμούνται την εργατικότητα, την ευρυμάθεια και την κριτική του σκέψη, αλλά και τη συνέπεια με την οποία αντιμετώπιζε τη δουλειά του. Η σοβαρότητα δεν ήταν για εκείνον ζήτημα ύφους ή δημόσιας εικόνας. Αποτυπωνόταν στον τρόπο με τον οποίο προετοίμαζε τη δουλειά του, στην προσοχή που έδινε στις λεπτομέρειες και στην απαίτηση να κατανοεί σε βάθος το αντικείμενο με το οποίο καταπιανόταν.
Η δημοσιογραφική ακρίβεια προϋποθέτει κάτι περισσότερο από την απουσία λαθών. Απαιτεί να αποδίδονται σωστά οι θέσεις των συνομιλητών, να μην αποσπώνται οι δηλώσεις από το περιβάλλον τους και να διακρίνεται το γεγονός από την εκτίμηση. Σε αυτό το πεδίο, η αξία του Δελαστίκ βρισκόταν στη συνέπεια με την οποία προσέγγιζε τα ζητήματα που κάλυπτε.
Η ακεραιότητα, άλλωστε, δεν κρίνεται μόνο από όσα γράφει ένας δημοσιογράφος. Κρίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο φτάνει στο συμπέρασμά του, από τις πηγές που επιλέγει να ακούσει και από την προθυμία του να εξετάσει στοιχεία που δεν επιβεβαιώνουν την αρχική του εκτίμηση. Η προσήλωση στη γνώση και στην τεκμηρίωση αποτελούσε βασικό στοιχείο της επαγγελματικής του ταυτότητας.
Γιατί η απουσία του γίνεται αισθητή σήμερα
Η δημοσιογραφία έχει αλλάξει ριζικά από τον Οκτώβριο του 2020. Η ψηφιακή ενημέρωση, η αδιάκοπη ροή ειδήσεων και η πίεση για άμεση δημοσίευση έχουν μεταβάλει τον τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης της πληροφορίας. Ταυτόχρονα, η κρίση του ελληνικού Τύπου έχει αναδείξει προβλήματα που αφορούν την οικονομική βιωσιμότητα των μέσων, την ομοιομορφία της ειδησεογραφικής ατζέντας και τις συνθήκες άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η μεθοδολογία του Δελαστίκ αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η επιμονή στην ανάγνωση, η γνώση των διεθνών πηγών και η ανάγκη να εξετάζεται κάθε ζήτημα στο πραγματικό πολιτικό του πλαίσιο αποτελούν δεξιότητες που δεν αντικαθίστανται από την ταχύτητα των ψηφιακών μέσων. Αντίθετα, είναι απαραίτητες για να αποκτήσει η πληροφορία περιεχόμενο και η ανάλυση αξιοπιστία.
Η αναφορά στην παρακαταθήκη του δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε εξιδανίκευση του παρελθόντος. Η δημοσιογραφία κάθε εποχής έχει τις δικές της απαιτήσεις και δυσκολίες. Αυτό που διατηρεί την αξία του είναι η επαγγελματική μέθοδος: η μελέτη, η ακρίβεια, η διασταύρωση και η ανεξάρτητη σκέψη.
Ο Γιώργος Δελαστίκ έφυγε από τη ζωή στις 15 Οκτωβρίου 2020. Για όσους εργάστηκαν κοντά του, η μνήμη του συνδέεται με έναν άνθρωπο που δεν αντιμετώπιζε τη γνώση ως διακοσμητικό προσόν, αλλά ως προϋπόθεση της δημοσιογραφικής δουλειάς. Και αυτή είναι ίσως η πιο συγκεκριμένη παρακαταθήκη του: η υπενθύμιση ότι η σοβαρή δημοσιογραφία αρχίζει πολύ πριν γραφτεί η πρώτη πρόταση ενός άρθρου.






