Σαφές μήνυμα για το καλώδιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, αλλά και για τη στρατηγική της Αθήνας απέναντι στην Άγκυρα έστειλε ο Γιώργος Γεραπετρίτης. Ο υπουργός Εξωτερικών ξεκαθάρισε ότι το έργο GSI αδειοδοτείται από την Ελλάδα στις θαλάσσιες περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας, ενώ επανέλαβε ότι η Αθήνα αναγνωρίζει μία και μόνη διαφορά με την Τουρκία: την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας.
Γεραπετρίτης: Το καλώδιο GSI αδειοδοτείται από την Ελλάδα
Μιλώντας σε vidcast της εφημερίδας «Τα Νέα», ο Γιώργος Γεραπετρίτης αναφέρθηκε στο πρόγραμμα έρευνας και πόντισης του καλωδίου GSI, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της αδειοδότησης.
«Το έργο αδειοδοτείται από την Ελλάδα, στη θαλάσσια δικαιοδοσία της οποίας βρίσκεται. Δεν πρόκειται ποτέ να αδειοδοτηθεί από άλλη χώρα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο υπουργός Εξωτερικών διευκρίνισε παράλληλα ότι το Διεθνές Δίκαιο προβλέπει διαδικασίες ενημέρωσης των κρατών και των πλοίων που δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι NAVTEX, οι οποίες, όπως σημείωσε, αφορούν την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.
«Η ενημέρωση συνεπώς είναι θεμιτή και προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο. Θα ακολουθηθεί τυπικά το Διεθνές Δίκαιο. Άδεια δεν πρόκειται να ζητηθεί ούτε από την Ελλάδα ούτε από τη Γαλλία», τόνισε.
«Η διαφορά μας με την Τουρκία είναι μία»
Στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών, ο κ. Γεραπετρίτης επανέλαβε τη σταθερή θέση της Αθήνας ότι αντικείμενο της επίλυσης αποτελεί αποκλειστικά η οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας.
Όπως εξήγησε, Ελλάδα και Τουρκία έχουν διαφορετική αφετηρία ως προς το ποια ζητήματα μπορούν να μπουν στο τραπέζι. Η Αθήνα θεωρεί ότι υπάρχει μία διαφορά, ενώ η Άγκυρα συνδέει την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με μια ευρύτερη ατζέντα.
«Η Ελλάδα δεν πρόκειται να αποστεί από τη βασική της θέση, ότι η διαφορά μας είναι μία», υπογράμμισε.
Ο υπουργός Εξωτερικών έθεσε παράλληλα ως τελικό στόχο ένα συνυποσχετικό που θα μπορούσε να οδηγήσει τις δύο χώρες στη διεθνή δικαιοδοσία και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ωστόσο, ήταν σαφής ως προς την απόσταση που εξακολουθεί να υπάρχει: «Αν με ρωτάτε αν είμαστε κοντά σε αυτό, η απάντηση είναι ότι δεν είμαστε κοντά».
Τρία χρόνια Διακήρυξη των Αθηνών
Αναφερόμενος στη Διακήρυξη των Αθηνών, ο κ. Γεραπετρίτης έκανε έναν απολογισμό της τριετούς περιόδου ελληνοτουρκικού διαλόγου.
Όπως είπε, για πρώτη φορά οι δύο χώρες συμφώνησαν σε μια συγκεκριμένη διαδικασία συνεργασίας, η οποία απέφερε αποτελέσματα σε επιμέρους πεδία. Επικαλέστηκε τη σημαντική μείωση των παραβιάσεων, τη μείωση των μεταναστευτικών ροών, την αύξηση του διμερούς εμπορίου και την ενίσχυση του τουρισμού μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Παράλληλα, αναγνώρισε ότι ο διάλογος δεν έχει οδηγήσει σε πρόοδο στο πιο δύσκολο κεφάλαιο: την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών.
«Μπορούμε να προσπαθούμε να απομειώνουμε εντάσεις, να βελτιώνουμε τις διμερείς σχέσεις, να έχουμε ηρεμία», ανέφερε, προσθέτοντας όμως ότι «ποτέ δεν θα υπάρξει απόλυτη ηρεμία στις σχέσεις μας, εάν δεν οριοθετήσουμε τις θαλάσσιες ζώνες μας».
«Δεν έχει προκληθεί μείζων κρίση στο Αιγαίο»
Ο υπουργός Εξωτερικών αναγνώρισε ότι το τελευταίο διάστημα παρατηρείται αυξημένη ένταση λόγω της τουρκικής επιθετικότητας. Ταυτόχρονα, υποστήριξε ότι η διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας λειτούργησε ως παράγοντας αποτροπής μιας μεγάλης κρίσης.
«Στη χειρότερη στιγμή, Ελλάδα και Τουρκία έχουν καταφέρει να μην έχει προκληθεί μείζων κρίση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο», είπε, συνδέοντας την εξέλιξη αυτή με το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον και τις πολεμικές συγκρούσεις στην περιοχή.
Το κυβερνητικό σκεπτικό είναι ότι η επικοινωνία με την Άγκυρα μπορεί να περιορίζει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, ακόμη και όταν οι βασικές διαφωνίες παραμένουν.
Η επίθεση στον Σαμαρά και η σύγκριση με το παρελθόν
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο κ. Γεραπετρίτης απέναντι στην κριτική που ασκεί στην κυβερνητική πολιτική ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς.
Αφού αναγνώρισε τη συμβολή τόσο του κ. Σαμαρά όσο και του Κώστα Καραμανλή στην ελληνική πολιτική ζωή, υποστήριξε ότι ειδικά η κριτική του πρώτου δεν στηρίζεται, κατά την άποψή του, σε αντικειμενικά δεδομένα.
Επικαλέστηκε μάλιστα τις επαφές του κ. Σαμαρά με την τουρκική ηγεσία, υπενθυμίζοντας την επίσκεψή του στην Τουρκία το 2013 και την υπογραφή 25 συμφωνιών, καθώς και τη συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο Κάρντιφ το 2014.
Στον αντίποδα, ο υπουργός Εξωτερικών υποστήριξε ότι η σημερινή κυβέρνηση έχει θέσει με μεγαλύτερη ένταση τις ελληνικές θέσεις στο διεθνές περιβάλλον. Αναφέρθηκε ειδικά στην επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα και στην αναφορά του casus belli ενώπιον του Τούρκου προέδρου.
«Κάποιος, ο οποίος κάνει κριτική, ας κάνει πρώτα την αυτοκριτική του», είπε χαρακτηριστικά.
Στόχος η «κανονικοποίηση» των σχέσεων
Ο κ. Γεραπετρίτης αποκάλυψε ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει προγραμματισμένη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, ούτε δική του συνάντηση με τον Τούρκο ομόλογό του. Άφησε όμως ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρξουν επαφές το επόμενο διάστημα.
«Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι ένα και μόνο, να κανονικοποιήσουμε τη σχέση μας με την Τουρκία», ανέφερε.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η ελληνική διπλωματία έχει αυξήσει σημαντικά το διεθνές της αποτύπωμα τα τελευταία χρόνια, μέσω συμμαχιών και παρουσίας σε διεθνείς οργανισμούς.
Η προσέγγιση της Αθήνας στηρίζεται έτσι σε δύο παράλληλες επιδιώξεις: διατήρηση της αποτρεπτικής ισχύος και των πάγιων ελληνικών θέσεων, παράλληλα με τη συνέχιση του διαλόγου με την Άγκυρα.
«Υπάρχουν δύο τύποι δημοσίων προσώπων»
Κλείνοντας τη συνέντευξή του, ο Γιώργος Γεραπετρίτης επέλεξε μια περισσότερο προσωπική αναφορά για τη σχέση του με τη δημόσια ζωή και την πολιτική.
«Υπάρχουν δύο τύποι δημοσίων προσώπων. Εκείνοι οι οποίοι αισθάνονται ότι χρωστούν στην πατρίδα και εκείνοι που αισθάνονται ότι η πατρίδα τους χρωστάει», είπε.
Ο ίδιος δήλωσε ότι ανήκει στην πρώτη κατηγορία, αναφερόμενος στη διαδρομή του από το δημόσιο σχολείο και πανεπιστήμιο έως τη δημόσια διοίκηση και την πολιτική. «Θα συνεχίσω να προσφέρω στην πατρίδα μου από όποιο πόστο κι αν μου ανατεθεί», ανέφερε, υπερασπιζόμενος συνολικά την επιλογή της κυβέρνησης να διατηρεί ανοικτό τον δίαυλο με την Τουρκία, παρά τις σοβαρές εκκρεμότητες που παραμένουν.






