Στο αρχείο παραμένει για τρίτη φορά η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών με το παράνομο λογισμικό Predator, μετά την απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα να απορρίψει τα αιτήματα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, του πρώην υπουργού Χρήστου Σπίρτζη και του δικηγόρου Ζαχαρία Κεσσέ για περαιτέρω διερεύνηση. Το σκεπτικό επικαλείται, μεταξύ άλλων, την απουσία νέων ουσιωδών στοιχείων και νομικούς περιορισμούς ως προς την αξιοποίηση μαρτυριών προσώπων που έχουν ήδη καταδικαστεί. Η απόφαση προκαλεί, ωστόσο, σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης να καταγγέλλουν συγκάλυψη και να θέτουν εκ νέου στο επίκεντρο τα ερωτήματα για την προέλευση, τη χρήση και τους εντολείς του Predator.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου
Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Μπακέλας απέρριψε, με χωριστές πράξεις, τα αιτήματα για ανάσυρση από το αρχείο της δικογραφίας που αφορά τις τηλεφωνικές υποκλοπές.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, δεν προέκυψαν νέα ουσιώδη στοιχεία που να δικαιολογούν την επανέναρξη της έρευνας, ενώ παράλληλα συντρέχουν νομικοί λόγοι που εμποδίζουν την αξιοποίηση συγκεκριμένων νέων δεδομένων.
Η εξέλιξη σημαίνει ότι η υπόθεση παραμένει, σε αυτό το στάδιο, κλειστή σε δικαστικό επίπεδο, παρότι εξακολουθεί να προκαλεί έντονη πολιτική αντιπαράθεση.
Τα αιτήματα είχαν υποβάλει ο Αντώνης Σαμαράς, ο Χρήστος Σπίρτζης και ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές, ο οποίος εκπροσωπεί θύματα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων.
Τι απαντά ο Άρειος Πάγος στον Αντώνη Σαμαρά
Ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς είχε ζητήσει την πλήρη διερεύνηση της καταγγελλόμενης απόπειρας παρακολούθησης του τηλεφώνου του.
Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι από το αίτημα δεν προέκυψαν νέα στοιχεία πέραν εκείνων που είχαν ήδη αξιολογηθεί στο πλαίσιο των προηγούμενων ερευνών.
Στο σκεπτικό γίνεται αναφορά στις έρευνες που είχαν πραγματοποιηθεί από τον πρώην αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση και τον πρώην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Τζαβέλλα.
Η υπεράσπιση της θέσης του πρώην πρωθυπουργού, ωστόσο, έχει ως βασικό επιχείρημα ότι η απόπειρα παρακολούθησης ενός πρώην πρωθυπουργού δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή ιδιωτική υπόθεση, αλλά έχει σαφή θεσμική και πολιτική διάσταση.
Αυτό ακριβώς επανέφερε στο προσκήνιο και το ΠΑΣΟΚ, ζητώντας απαντήσεις για το ποιος τον στοχοποίησε, ποιος διέθετε το παράνομο λογισμικό, ποιος έδωσε την εντολή και ποιο ήταν το επιδιωκόμενο όφελος.
Το αίτημα του Χρήστου Σπίρτζη και τα νέα emails
Ξεχωριστά εξετάστηκε το αίτημα του πρώην υπουργού Χρήστου Σπίρτζη, ο οποίος είχε ζητήσει νέα έρευνα με βάση μηνύματα και emails που είχαν εντοπιστεί στο κινητό του, μεταξύ των οποίων και ένα που έφερε την ένδειξη «απόρρητο».
Ο Ευάγγελος Μπακέλας έκρινε ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν συνιστούν νέο αποδεικτικό υλικό που να δικαιολογεί την επανέναρξη της έρευνας, καθώς είχαν εξεταστεί στο πλαίσιο της πολύμηνης δικαστικής διαδικασίας για τους τέσσερις ιδιώτες που καταδικάστηκαν.
Η δίκη ολοκληρώθηκε με βαριές ποινές, συνολικά 126 ετών, για τους τέσσερις καταδικασθέντες.
Το σημείο αυτό αποτελεί ένα από τα βασικά πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι στοιχεία που αναδείχθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης θα έπρεπε να οδηγήσουν σε νέα διερεύνηση της υπόθεσης.
Γιατί απορρίφθηκε το αίτημα του Ζαχαρία Κεσσέ
Ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές είχε ζητήσει την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης με βάση τόσο τα ευρήματα της καταδικαστικής απόφασης για τους τέσσερις ιδιώτες όσο και δημόσιες δηλώσεις ενός εκ των καταδικασθέντων, του Ταλ Ντίλιαν.
Ο τελευταίος έχει δηλώσει δημόσια ότι εμπορευόταν το Predator και ότι το λογισμικό είχε πωληθεί σε κρατικές οντότητες.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ωστόσο, ο Ταλ Ντίλιαν δεν μπορεί να εξεταστεί ως μάρτυρας, καθώς θεωρείται εμπλεκόμενος στην υπόθεση και η μαρτυρία του θα αντιμετώπιζε τους προβλεπόμενους από τον νόμο περιορισμούς.
Το ίδιο ισχύει, σύμφωνα με την εισαγγελική κρίση, και για τους άλλους τρεις καταδικασθέντες.
Για αντίστοιχους νομικούς λόγους κρίθηκε ότι δεν μπορούν να αξιοποιηθούν ως μάρτυρες και άλλα πέντε πρόσωπα, σε βάρος των οποίων είχε κινηθεί δικαστικά ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης.
Έτσι, το αίτημα του κ. Κεσσέ δεν έγινε δεκτό, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπάρχει, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, η δυνατότητα αξιοποίησης των επίμαχων μαρτυριών για την επανέναρξη της έρευνας.
ΠΑΣΟΚ: «Οι σκιές παραμένουν και μεγαλώνουν»
Σφοδρή ήταν η αντίδραση του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής.
Ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος Κώστας Τσουκαλάς, σε δήλωσή του με τίτλο «Όσο οι αρχειοθετήσεις συνεχίζονται, οι σκιές παραμένουν και μεγαλώνουν», υποστήριξε ότι η νέα απόρριψη αφήνει αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα.
Το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι η επίκληση της απουσίας «νέων ουσιωδών στοιχείων» και ενός «οιονεί δεδικασμένου» δεν μπορεί να αποτελεί γενική απάντηση σε κάθε αίτημα περαιτέρω έρευνας, ιδιαίτερα όταν, όπως αναφέρει, υπάρχουν πραγματικά περιστατικά που δεν έχουν αποσαφηνιστεί και πρόσωπα που δεν έχουν εξεταστεί.
Ο Κώστας Τσουκαλάς έθεσε εκ νέου το ερώτημα για το ποιοι βρίσκονταν πίσω από τις παρακολουθήσεις και ποιοι ήταν οι εντολείς, οι χρηματοδότες και οι χειριστές του Predator.
Το ΠΑΣΟΚ δηλώνει ότι σέβεται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, αλλά υπογραμμίζει ότι ο σεβασμός αυτός δεν σημαίνει παραίτηση από τον θεσμικό και δημοκρατικό έλεγχο.
ΕΛΑΣ: «Η υπόθεση δεν μπορεί να μείνει χωρίς διερεύνηση»
Η Ελληνική Λύση αντέδρασε επίσης έντονα στην απόφαση, υποστηρίζοντας ότι για τρίτη συνεχή φορά ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αρνείται την ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο.
Στην ανακοίνωσή της επικαλείται τόσο τα στοιχεία που αναδείχθηκαν κατά τη διάρκεια της πολύμηνης δικαστικής διαδικασίας όσο και τις βαριές καταδίκες των τεσσάρων ιδιωτών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις δημόσιες δηλώσεις του Ταλ Ντίλιαν σχετικά με την εμπορία του Predator σε κρατικές οντότητες.
Το κόμμα υποστηρίζει ότι η εξέλιξη δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για το εύρος της δικαστικής διερεύνησης και για το κατά πόσο αξιοποιούνται νέα ή συμπληρωματικά στοιχεία.
Στην ανακοίνωσή της κάνει λόγο για «απροκάλυπτη ώσμωση» δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας, υποστηρίζοντας ότι η κατάσταση εκθέτει τη χώρα διεθνώς ως προς τον σεβασμό του κράτους δικαίου.
ΣΥΡΙΖΑ: «Νέα απόπειρα συγκάλυψης»
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ο οποίος χαρακτήρισε την απόφαση νέα απόπειρα συγκάλυψης του σκανδάλου των υποκλοπών.
Το κόμμα υποστηρίζει ότι η υπόθεση παραμένει στο αρχείο παρά τα στοιχεία που αναδείχθηκαν στη δίκη του Predator και τις καταδίκες των τεσσάρων ιδιωτών.
Στο επίκεντρο της πολιτικής κριτικής του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται τα ερωτήματα για το ποιος έδωσε τις εντολές, εάν υπήρχε ενιαίο κέντρο παρακολουθήσεων, ποια ήταν η σχέση του Predator με την ΕΥΠ και ποιοι βρίσκονταν πίσω από τη λειτουργία του συστήματος.
Παράλληλα, ο ΣΥΡΙΖΑ συνδέει την απόφαση με την πρόσφατη επιλογή της νέας ηγεσίας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, καταγγέλλοντας ότι δεν αναζητούνται περαιτέρω ποινικές ευθύνες.
Νέα Αριστερά: «Νέο θάψιμο» της υπόθεσης
Σφοδρή ήταν και η αντίδραση της Νέας Αριστεράς, η οποία έκανε λόγο για νέο «θάψιμο» των ερευνών.
Το κόμμα χαρακτήρισε προκλητικές τις αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκαν τα αιτήματα των Αντώνη Σαμαρά, Χρήστου Σπίρτζη και Ζαχαρία Κεσσέ, υποστηρίζοντας ότι στηρίζονται σε ανεπαρκή επιχειρήματα.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η εξέλιξη εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια να παραμείνουν στο απυρόβλητο πρόσωπα που συνδέονται με την ΕΥΠ και επιχειρηματίες που, κατά το κόμμα, είχαν σχέση με το Μέγαρο Μαξίμου.
Η Νέα Αριστερά ανεβάζει ακόμη περισσότερο τους πολιτικούς τόνους, συνδέοντας την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης με την πολιτική αλλαγή και την αποχώρηση της σημερινής κυβέρνησης.
Κωνσταντοπούλου: «Οι υποκλοπές είναι υπόθεση δημοκρατίας»
Για «υπόθεση δημοκρατίας» έκανε λόγο η πρόεδρος της Ζωή Κωνσταντοπούλου, σχολιάζοντας την απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας επέκρινε τον χρόνο κατά τον οποίο έγινε γνωστή η απόφαση, υποστηρίζοντας ότι ανακοινώθηκε μέσα στον Αύγουστο, σε περίοδο κατά την οποία η Βουλή και τα δικαστήρια βρίσκονται σε θερινή διακοπή.
Παράλληλα, επέκρινε την επιλογή του Ευάγγελου Μπακέλα να μην προχωρήσει σε περαιτέρω έρευνα και υποστήριξε ότι πρόκειται για συνέχεια μιας σειράς αποφάσεων που, κατά την άποψή της, δεν οδηγούν στη διαλεύκανση της υπόθεσης.
«Όσα γρανάζια κι αν κινήσουν, στο τέλος θα επικρατήσει η αλήθεια, το φως και το δίκαιο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Κεσσές: «Διαδικαστικά αναχώματα απέναντι στην αποκάλυψη της αλήθειας»
Ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές, από την πλευρά του, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Υποστήριξε ότι ο Ευάγγελος Μπακέλας επέλεξε να μην προχωρήσει σε ουσιαστική έρευνα και χαρακτήρισε το σκεπτικό της απόφασης «ερμηνευτικές ακροβασίες».
Κατά τον ίδιο, η απόφαση δεν απαντά στην ουσία των κρίσιμων ζητημάτων που αναδείχθηκαν, αλλά δημιουργεί διαδικαστικά εμπόδια στην αξιοποίηση των νέων στοιχείων.
Ο κ. Κεσσές υποστήριξε ότι η νομική επιχειρηματολογία δεν υπηρετεί την αναζήτηση της αλήθειας αλλά αποκλείει την περαιτέρω έρευνα, εκφράζοντας παράλληλα την εκτίμηση ότι η εξέλιξη επιβαρύνει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη.
Η δικαστική απόφαση και το πολιτικό ερώτημα
Η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν σημαίνει ότι εξαλείφεται η πολιτική διάσταση της υπόθεσης. Αντίθετα, η νέα αρχειοθέτηση αναμένεται να τροφοδοτήσει εκ νέου την αντιπαράθεση για το σκάνδαλο των υποκλοπών, το οποίο έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα στη δημόσια ζωή της χώρας.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται το εισαγγελικό σκεπτικό, σύμφωνα με το οποίο δεν προέκυψαν νέα στοιχεία που να επιτρέπουν την επανέναρξη της έρευνας και υπάρχουν συγκεκριμένοι νομικοί περιορισμοί στην αξιοποίηση μαρτυριών προσώπων που έχουν ήδη καταδικαστεί.
Από την άλλη, τα κόμματα της αντιπολίτευσης υποστηρίζουν ότι ακριβώς τα στοιχεία που προέκυψαν από τη δικαστική διαδικασία, οι καταδικαστικές αποφάσεις και οι δημόσιες δηλώσεις εμπλεκόμενων προσώπων θα έπρεπε να αποτελέσουν αφετηρία για μια νέα έρευνα.
Το βασικό ερώτημα παραμένει πολιτικά και θεσμικά ισχυρό: ποιοι βρίσκονταν πίσω από τις παράνομες παρακολουθήσεις, ποιοι έδωσαν τις εντολές και ποια ήταν η σχέση του Predator με κρατικούς μηχανισμούς;
Η Δικαιοσύνη, με τη νέα απόφαση, θεωρεί ότι δεν υπάρχει σήμερα νομικό έρεισμα για να ανοίξει εκ νέου η υπόθεση. Η πολιτική αντιπαράθεση, όμως, όχι μόνο δεν κλείνει, αλλά αναμένεται να ενταθεί, καθώς η υπόθεση των υποκλοπών εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα θεσμικά μέτωπα της τελευταίας περιόδου.





