Στις 28 Φεβρουαρίου 2026, άρχισε η αμερικανο – ισραηλινή επίθεση εναντίον του Ιράν, κατά την οποία σκοτώθηκε ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης του Ιράν Αλί Χαμενεϊ, καθώς και άλλοι ανώτατοι αξιωματούχοι του ιρανικού καθεστώτος, όπως ο αρχηγός των Φρουρών της Επανάστασης. Ταυτόχρονα επλήγησαν εγκαταστάσεις ανάπτυξης του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης, βάσεις των Φρουρών της Επανάστασης, ιρανικές αεροπορικές βάσεις και κέντρα διοίκησης. Το Ιράν απάντησε με πλήγματα εναντίον του Ισραήλ, καθώς και εναντίον αμερικανικών βάσεων σε χώρες του Κόλπου, δίνοντας περιφερειακή διάσταση στον πόλεμο, και, παράλληλα, έκλεισε μία ζωτική αρτηρία για την διεθνή ναυσιπλοϊα, δηλαδή τα στενά του Ορμούζ, διεθνοποιώντας έτσι την σύγκρουση.
Της Βιβής Κεφαλά[1]
Έκτοτε, ο πόλεμος εναντίον του Ιράν, που σύμφωνα με τον Αμερικανό Πρόεδρο θα διαρκούσε λίγες εβδομάδες, συνεχίζεται μέχρι σήμερα, και όλη αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από τις αντιφατικές του δηλώσεις, ενώ έγινε ορατός ο κίνδυνος μίας διεθνούς οικονομικής κρίσης, που ευτυχώς μέχρι στιγμής έχει αποφευχθεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμβεί εάν δεν λήξει σύντομα ο πόλεμος ή ότι δεν έχει προκαλέσει διεθνείς οικονομικές διαταραχές. Δεδομένης της ανισορροπίας ισχύος μεταξύ των εμπολέμων, αλλά και της διάρκειάς του, βρισκόμαστε ήδη στον έκτο μήνα, προκύπτουν δύο εύλογα ερωτήματα: Πρώτον, γιατί δεν τελειώνει ο πόλεμος αυτός και δεύτερον ποιες είναι οι συνέπειές του για τους εμπολέμους αλλά και για τις χώρες της περιοχής.
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα βρίσκεται στούς διαμετρικά αντίθετους στόχους των ΗΠΑ, του Ιράν και του Ισραήλ.
Οι ΗΠΑ
Η απόφαση του Προέδρου Τράμπ να επιτεθεί στο Ιράν επηρεάστηκε από την απόφαση του Ισραήλ να επιτεθεί στο Ιράν, και σύμφωνα με τον ίδιο έδρασε προληπτικά, ώστε να αποφευχθούν ιρανικά πλήγματα εναντίον αμερικανικών βάσεων στην περιοχή αλλά και για διασφαλιστεί η ισραηλινή ασφάλεια. Επομένως, οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν στον πόλεμο κατά του Ιράν χωρίς, όπως φαίνεται, να έχουν συγκεκριμένο στόχο ούτε συγκεκριμένο σχέδιο επιχειρήσεων, χωρίς να υπολογίσουν την σημασία του ιρανικού ελέγχου στα στενά του Ορμούζ, χωρίς να αξιολογήσουν την ανθεκτικότητα και την αποφασιστικότητα του ιρανικού καθεστώς, αλλά και χωρίς να λάβουν υπ’ όψιν τους τις στρατιωτικές δυνατότητες της χώρας, οι οποίες είχαν εκμηδενιστεί, σύμφωνα με το Ισραήλ, κατά τον πόλεμο των Δώδεκα Ημερών που είχε εξαπολύσει εναντίον του Ιράν τον Ιούνιο του 2025, στον οποίο ενεπλάκησαν και οι ΗΠΑ πλήττοντας ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Πράγματι, από τον κυκεώνα των αντιφατικών δηλώσεων του Αμερικανού Προέδρου, προκύπτει ότι η βασική του επιδίωξη ήταν ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, κυρίως η κατάργηση του βαλλιστικού, καθώς και του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, αιτήματα που προφανώς δεν πρόκειται να αποδεχθεί το Ιράν, χωρίς να διασφαλιστούν τα δικαιώματα και η ασφάλεια της χώρας. Πολύ περισσότερο μετά την κατάρρευση Μνημονίου Κατανόησης, που είχε επιτευχθεί με την διαμεσολάβηση του Πακιστάν και άλλων χωρών του Κόλπου, στις 14 Ιουνίου 2026, και προέβλεπε διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, σταδιακή άρση των αμερικανικών κυρώσεων, αποκατάσταση των εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου, πρόγραμμα οικονομικής ανασυγκρότησης του Ιράν, διαπραγμάτευση για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας και διαβουλεύσεις για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ[2]. Το Ισραήλ προέβαλε αντιρρήσεις, στο σχέδιο αυτό θεωρώντας ότι όχι μόνο παραμένει η ιρανική πυρηνική απειλή, αλλά και ότι το ιρανικό καθεστώς θα ενισχυθεί ακόμα περισσότερο.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η εκεχειρία της 14ης Ιουνίου κατέρρευσε, εν μέσω αλληλοκατηγοριών για παραβίαση του Μνημονίου Κατανόησης: Το Ιράν κατηγόρησε τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ότι συνέχισαν τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις, αλλά και ότι οι αμερικανικές δυνάμεις επέβαλαν αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, ενώ Ουάσινγκτον και Τέλ Αβίβ κατηγόρησαν την Τεχεράνη ότι συνέχισε να τον αποκλεισμό των Στενών και δεν σταμάτησε τις επιθέσεις. Έτσι, στις αρχές Ιουλίου ξανάρχισαν οι εχθροπραξίες, οι ΗΠΑ έπληξαν ιρανικές πόλεις και το Ιράν έπληξε αμερικανικές βάσεις και ενεργειακές υποδομές αραβικών κρατών, συμμάχων των ΗΠΑ. Στις 24 Ιουλίου, οι ΗΠΑ διέκοψαν τις επιθέσεις εναντίον του Ιράν και υπήρξε μία περίοδος ύφεσης, ώστε να ξαναρχίσουν οι διαμεσολαβητικές προσπάθειες του Ομάν, του Κατάρ και του Πακιστάν, που προφανώς δεν απέδωσαν, καθώς στις 3 Αυγούστου, ο Πρόεδρος Τράμπ δήλωσε ότι «ή θα υπάρξει Συμφωνία με το Ιράν ή άνευ όρων παράδοση του».[3]
Όπως προκύπτει, ο Αμερικανός Πρόεδρος προσπαθεί να απεμπλακεί από τον δαπανηρότατο αυτό πόλεμο[4], ο οποίος όχι μόνο έχει προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, τόσο επειδή αθέτησε την υπόσχεσή του ότι οι ΗΠΑ δεν ξεκινούν πολέμους όσο και διότι έχει αυξηθεί το κόστος ζωής. Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, είναι το γεγονός ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος αντιμετωπίζει νομικά προβλήματα, διότι ο πόλεμος άρχισε χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου, και, βέβαια, χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, οπότε στερείται νομιμότητας.
Το Ιράν
Όσον αφορά το Ιράν, αποδυναμωμένο από την εξέγερση του Ιανουαρίου 2026 και από τις ασφυκτικές οικονομικές κυρώσεις, είναι σαφές ότι προσπαθεί να διατηρήσει τα πλεονεκτήματα που διαθέτει, όπως ο έλεγχος της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και τις στρατιωτικές του ικανότητες, κατασκευή ντρόουνς και βαλλιστικών πυραύλων, και επί πλέον να υπερασπιστεί το δικαίωμά του να αναπτύξει πρόγραμμα παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, αποδεχόμενο διεθνή έλεγχο, όπως προβλεπόταν από την Συμφωνία 5+1 – Ιράν, του 2015, την οποία ο Πρόεδρος Τράμπ είχε χαρακτηρίσει ως την χειρότερη συμφωνία που είχαν υπογράψει οι ΗΠΑ, αποσύροντάς τες από αυτήν στην αρχή της πρώτης του θητείας το 2017.
Επίσης, οι ΗΠΑ που επεδίωκαν την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος, ζητούν από το Ιράν να αποσύρει την υποστήριξή του από περιφερειακούς του συμμάχους, όπως οι Χούθι στην Υεμένη ή η λιβανέζικη Χεζμπολλά. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από την Τεχεράνη από την μία πλευρά διότι έτσι θα έχανε κάθε περιφερειακή επιρροή, θα έχανε το πλεονέκτημα της συνδρομής των Χούθι που μπορούν να πλήξουν τα στενά του Μπάμπ αλ Μαντέμπ που αποτελούν πύλη προς την Ερυθρά Θάλασσα και την Μεσόγειο και, επομένως, να αυξηθεί η πίεση στην διεθνή οικονομία, πράγμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ιρανικής πλευράς ως διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Τέλος, η εγκατάλειψη των περιφερειακών της συμμάχων θα σήμαινε για την Τεχεράνη την απώλεια κάθε στρατηγικής περιφερειακής αξιοπιστίας, και, μάλιστα, χωρίς κανένα εχέγγυο που θα διασφάλιζε την ασφάλειά της από μελλοντικές επιθέσεις.
Κατά συνέπεια, για την επίτευξη Συμφωνίας με τις ΗΠΑ, το Ιράν προσθέτει και έναν ακόμα όρο, δηλαδή την απόσυρση των ισραηλινών στρατιωτικών δυνάμεων από τον νότιο Λίβανο, όπως και την διακοπή της ισραηλινής ανάμειξης στα εσωτερικά της χώρας του Κέδρου, πράγμα που αποκλείει το Ισραήλ, θεωρώντας την Χεζμπολλά άμεση και διαρκή απειλή για την ασφάλειά του.
Το Ισραήλ
Κατά την έναρξη του πολέμου της Γάζας, τον Οκτώβριο του 2023, ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου, δήλωσε ότι θα πρέπει να ενισχυθούν όλα τα μέτωπα ώστε να διαφυλαχθεί η ασφάλεια της χώρας, ενώ στις 5 Οκτωβρίου 2024, δήλωσε ότι ο πόλεμος του Ισραήλ κατά των εχθρών του διεξάγεται σε επτά μέτωπα: την Γάζα, την Δυτική Όχθη, τον νότιο Λίβανο, το Ιράν, την Υεμένη, την Συρία και το Ιράκ, όπου υπάρχουν φιλο-ιρανικές δυνάμεις.[5] Πράγματι, το Ισραήλ δέχθηκε επιθέσεις από την Υεμένη, τον Λίβανο και το Ιράν και ο πόλεμος διευρύνθηκε, καθώς το Ισραήλ απάντησε στις επιθέσεις και, ταυτόχρονα, έπληξε την Συρία, το Ιράκ, ενώ στην Δυτική Όχθη άσκησε μία ιδιαιτέρως κατασταλτική πολιτική εναντίον των Παλαιστινίων, επικαλούμενο σε όλες τις περιπτώσεις την διαφύλαξη της ασφάλειάς του.
Είναι δεδομένο ότι το Ισραήλ έχει κάθε δικαίωμα να προφυλάξει την ασφάλειά του, ωστόσο, το δικαίωμα αυτό περιορίζεται από το εάν η πολιτική που ακολουθεί για την επίτευξη αυτού, του καθ΄ όλα νόμιμου στόχου, πλήττει νόμιμα δικαιώματα γειτονικών του χωρών, δημιουργώντας εντάσεις και συγκρούσεις. Έτσι, με επίκεντρο το κεντρικό πρόβλημα της Μέσης Ανατολής, δηλαδή το Παλαιστινιακό που παραμένει ανεπίλυτο, και δεδομένου ότι η όλη περιοχή αποτελεί ένα σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων, η ευρύτερη περιοχή χαρακτηρίζεται από αστάθεια και σύγκρουση. Κατά συνέπεια, η ισραηλινή πολιτική από την έναρξη του πολέμου της Γάζας δείχνει ότι το Τέλ Αβίβ επιδιώκει την επιβολή μίας νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τα νόμιμα συμφέροντα των γειτόνων του. Πολύ περισσότερο που στελέχη του υπερσυντηρητικού κυβερνητικού συνασπισμού του Ισραήλ, έχουν δηλώσει ευθέως ότι επιδιώκουν την δημιουργία του Μεγάλου Ισραήλ, όπως ο Μπεζαζέλ Σμότριτς, ο οποίος κατά την διάρκεια ομιλίας του στο Παρίσι εμφάνισε χάρτη στον οποίο τα όρια του Ισραήλ περιελάμβαναν την Δυτική Όχθη και την Ιορδανία,[6] ενώ τον Μάρτιο του 2026 δήλωσε ότι τα σύνορα του Ισραήλ θα έπρεπε να επεκταθούν μέχρι τον ποταμό Λιτάνι στον νότιο Λίβανο.[7]
Κατά συνέπεια, ο πόλεμος εναντίον του Ιράν και η απάλειψη των στρατιωτικών του δυνατοτήτων αλλά και της περιφερειακής του επιρροής, αποτελεί απαραίτητο όρο για την επίτευξη των ισραηλινών στόχων. Φαίνεται όμως μάλλον απίθανη η επίτευξή τους, από την μία πλευρά διότι ο Πρόεδρος Τράμπ δεν μπορεί να συνεχίσει αυτόν τον πόλεμο, εξ αιτίας των πολλαπλών προβλημάτων που του έχει δημιουργήσει και από την άλλη πλευρά διότι η ισραηλινή πολιτική έχει κάνει στρατηγική υπερεπέκταση, την οποία δεν μπορεί να διατηρήσει επ’ αόριστον.
Συνέπειές του για τους εμπολέμους και τις χώρες της περιοχής.
Μέχρι στιγμής, και χωρίς να είναι ορατό το τέλος της σύγκρουσης, τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ δεν έχουν πετύχει κανέναν από τους στόχους τους. Αντιθέτως, ο Πρόεδρος Τράμπ αντιμετωπίζει εσωτερικά προβλήματα και προσπαθεί, με ένα μείγμα απειλών και υποσχέσεων προς την Τεχεράνη, να καταλήξει σε μία συμφωνία με το ιρανικό καθεστώς, την οποία θα μπορούσε να παρουσιάσει ως νίκη. Αντιθέτως, το Ισραήλ φαίνεται να επιδιώκει την κατάρρευση των ιρανικών δυνατοτήτων, στρατιωτικών και πυρηνικών και ίσως και την κατάρρευση του καθεστώς, στόχοι που όμως δεν φαίνονται εφικτοί. Όσο για το Ιράν, παρά τα πλήγματα που έχει υποστεί, φαίνεται να διατηρεί το αξιόμαχο του, ενώ το καθεστώς όχι μόνο δεν κατέρρευσε από τις δολοφονίες του Αγιατολλά Αλί Χαμενεί και ανώτατων αξιωματούχων, αλλά, αντιθέτως ενισχύθηκε από την αμερικανο – ισραηλινή επίθεση.
Αν η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του Ιράν είχε στόχο να προστατεύσει τις αμερικανικές βάσεις σε χώρες του Κόλπου, τότε πρόκειται για αποτυχία δεδομένου ότι το Ιράν έπληξε και βάσεις αλλά και πολιτικές υποδομές των χωρών αυτών, θεωρώντας νόμιμες τις επιθέσεις του εναντίον τους, αφού δεχόταν πλήγματα από αυτές, πράγμα που, αντιθέτως, οι πληγείσες χώρες χαρακτήρισαν επίθεση και παραβίαση της κυριαρχίας τους. Ωστόσο, εκείνο που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι η εξέλιξη αυτού του πολέμου, εκτός από τις υποδομές και τις οικονομίες των χωρών του Κόλπου, έπληξε και την αξιοπιστία των ΗΠΑ στα μάτια των τοπικών τους συμμάχων, ενώ η κατάσταση δεν φαίνεται να βελτιώνεται από την συμφωνία ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας, της 22ας Ιουλίου 2026, στο πλαίσιο της οποίας αμερικανικές εταιρείες θα αναπτύξουν πυρηνικές υποδομές στο σαουδαραβικό βασίλειο, πράγμα που θα μπορούσε να του επιτρέψει να προχωρήσει σε πυρηνικό εμπλουτισμό στο έδαφός του. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί και το γεγονός ότι γίνονται συζητήσεις για αμυντική συνεργασία στην περιοχή, οι οποίες όμως δεν έχουν απτά αποτελέσματα, ενώ η Σαουδική Αραβία εμβάθυνε περισσότερο την ειδική σχέση που ήδη είχε με το Πακιστάν, υπογράφοντας τον Σεπτέμβριο του 2025 Στρατηγική Συμφωνία Αμοιβαίας Άμυνας (Strategic Mutual Defence Agreement ) στα πλαίσια της οποίας προβλέπεται στενή στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών και ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης.
Επίσης, πόλεμος κατά του Ιράν επέτρεψε στην Κίνα να εδραιώσει την παρουσία της ως υπεύθυνου διεθνούς δρώντος και να ενισχύσει την αξιοπιστία και την διαπραγματευτική της ικανότητα, σε αντίθεση με την μονομέρεια και τον επεμβατισμό των ΗΠΑ. Ωφελημένη από αυτόν τον πόλεμο είναι και η Ρωσία, αφού εξ αιτίας του πολέμου εναντίον του Ιράν έχει διαταραχθεί σοβαρά η τροφοδοσία των διεθνών αγορών πετρελαίου, πράγμα που οδήγησε στην αναστολή των σχετικών κυρώσεων που είχε επιβάλει η Ουάσινγκτον στην Μόσχα, εξ αιτίας του πολέμου στην Ουκρανία. Τέλος, ο πόλεμος εναντίον του Ιράν, που οδήγησε την Τεχεράνη στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, έχει προκαλέσει διεθνείς οικονομικές επιπτώσεις, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα πολιτικά δυσεπίλυτο πρόβλημα, που αφορά το ζήτημα της ελεύθερης -και χωρίς χρεώσεις- ναυσιπλοΐας στα στενά του Ορμούζ.
[1] Καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική, Διευθύντρια του Κέντρου Ανάλυσης Μεσανατολικής Πολιτικής (ΚΕ.Α.ΜΕ.Π.)
[2] Βλ. The American Presidency Project, Islamabad Memorandum of Understanding Between the United States of America and the Islamic Republic of Iran. June 17, 2026. https://www.presidency.ucsb.edu/documents/islamabad-memorandum-understanding-between-the-united-states-america-and-the-islamic?utm_source=chatgpt.com
[3]Reuters, Trump says Iran faces ‘decapitation’ if it doesn’t strike deal. August 3, 2026, https://www.reuters.com/world/middle-east/trump-says-talks-with-iran-are-going-right-now-2026-08-03/?utm_source=chatgpt.com
[4] Allison McManus, Andrew Miller, Ariana Sharghi, Fact Sheet: Costs of the Trump Administration’s War in Iran. Jul 15, 2026 https://www.americanprogress.org/article/fact-sheet-costs-of-the-trump-administrations-war-in-iran/?utm_source=chatgpt.com
[5] Global security, Statement by PM Netanyahu, 05.10.2024, https://www.globalsecurity.org/military/library/news/2024/10/mil-241005-israel-pm01.htm?utm_source=chatgpt.com
[6] Reuters, Israeli minister says ‘no such thing’ as Palestinian people. March 20, 2023. https://www.reuters.com/world/middle-east/israeli-minister-says-no-such-thing-palestinian-people-2023-03-20/
[7] Reuters, Israeli minister calls for annexation of southern Lebanon. March 03, 2026. https://www.investing.com/news/world-news/israeli-minister-calls-for-annexation-of-southern-lebanon-4575506?utm_source=chatgpt.com






