Στις 28 Αυγούστου 1844, στο Café de la Régence του Παρισιού, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς συναντήθηκαν ξανά.
Εκείνη η συνάντηση, που αρχικά δεν έμοιαζε να προμηνύει τίποτα περισσότερο από μια ακόμη συζήτηση δύο νεαρών ριζοσπαστών διανοουμένων, εξελίχθηκε στην απαρχή μιας από τις σημαντικότερες και πιο επιδραστικές πολιτικές και πνευματικές συνεργασίες της νεότερης ιστορίας.
Ένα καφέ στο Παρίσι και δύο διαφορετικές διαδρομές
Το Café de la Régence ήταν ήδη ένας ιστορικός χώρος του παρισινού πνευματικού κόσμου. Από τα τραπέζια του είχαν περάσει διανοούμενοι, φιλόσοφοι και επαναστάτες, ενώ το σκάκι αποτελούσε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ζωής του.
Εκεί, το καλοκαίρι του 1844, ο 26χρονος Καρλ Μαρξ και ο 23χρονος Φρίντριχ Ένγκελς βρέθηκαν απέναντι ο ένας στον άλλον. Είχαν γνωριστεί δύο χρόνια νωρίτερα, στα γραφεία της Rheinische Zeitung, της εφημερίδας στην οποία εργαζόταν ο Μαρξ. Η πρώτη τους επαφή, ωστόσο, δεν είχε ιδιαίτερη θερμότητα.
Στο μεταξύ, όμως, είχαν αλλάξει πολλά.
Ο Ένγκελς είχε περάσει ένα σημαντικό διάστημα στο Μάντσεστερ, στο κέντρο της βρετανικής βιομηχανικής ανάπτυξης. Εκεί ήρθε σε άμεση επαφή με τις συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης: τις εξαθλιωμένες συνοικίες, την παιδική εργασία, τα εργοστάσια, τις εξαντλητικές ώρες εργασίας και τις ασθένειες που θέριζαν στις εργατικές γειτονιές.
Ο Μαρξ, από την άλλη, είχε εγκατασταθεί στο Παρίσι ως πολιτικός εξόριστος και είχε στραφεί ολοένα περισσότερο στη μελέτη της γαλλικής σοσιαλιστικής σκέψης και της πολιτικής οικονομίας.
Η Ευρώπη των «πεινασμένων χρόνων»
Για να γίνει κατανοητή η σημασία εκείνης της συνάντησης, πρέπει να ιδωθεί μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον της δεκαετίας του 1840.
Η Ευρώπη εξακολουθούσε να βρίσκεται στη σκιά της Παλινόρθωσης μετά την ήττα του Ναπολέοντα. Μοναρχίες και αυταρχικά καθεστώτα επιχειρούσαν να περιορίσουν τις πολιτικές ελευθερίες, ενώ η βιομηχανική επανάσταση άλλαζε ριζικά την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα.
Οι δεκαετίες της εκβιομηχάνισης δημιούργησαν τεράστιο πλούτο, αλλά ταυτόχρονα μια νέα εργατική τάξη που ζούσε συχνά σε συνθήκες ακραίας φτώχειας.
Η δεκαετία του 1840 έμεινε γνωστή στη Βρετανία ως οι «Hungry Forties», καθώς οι κακές σοδειές, η επισιτιστική κρίση και η ανεργία επιβάρυναν ακόμη περισσότερο τα λαϊκά στρώματα. Την ίδια περίοδο, το κίνημα των Χαρτιστών διεκδικούσε πολιτικές μεταρρυθμίσεις και διεύρυνση της δημοκρατικής συμμετοχής.
Ο Ένγκελς δεν παρατηρούσε αυτές τις εξελίξεις από απόσταση. Τις είχε ζήσει από κοντά.
Από τη φιλοσοφία στην πολιτική οικονομία
Η μεγάλη σημασία της συνεργασίας Μαρξ και Ένγκελς βρίσκεται ακριβώς στη συνάντηση δύο διαφορετικών εμπειριών.
Ο Μαρξ έφερνε μαζί του την έντονη φιλοσοφική και θεωρητική επεξεργασία, επηρεασμένος ιδιαίτερα από τον Χέγκελ και τη γερμανική φιλοσοφία. Ο Ένγκελς είχε αποκτήσει μια πιο άμεση εικόνα της βιομηχανικής κοινωνίας και της εργατικής ζωής.
Ο Ένγκελς είχε ήδη δημοσιεύσει το έργο Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, μια από τις πρώτες συστηματικές προσπάθειες να αποτυπωθούν οι κοινωνικές συνέπειες της βιομηχανικής ανάπτυξης.
Ο Μαρξ, την ίδια περίοδο, επεξεργαζόταν τις ιδέες που θα οδηγούσαν στα περίφημα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844. Στο επίκεντρο βρισκόταν μεταξύ άλλων η έννοια της αλλοτρίωσης της εργασίας: η ιδέα ότι ο εργαζόμενος, μέσα στις συγκεκριμένες σχέσεις παραγωγής, μπορεί να αποξενώνεται από το προϊόν της εργασίας του, την ίδια τη δραστηριότητά του και τελικά από τον εαυτό του.
Η συνάντηση του Παρισιού έδωσε σε αυτές τις διαφορετικές διαδρομές κοινή κατεύθυνση.
Η «Αγία Οικογένεια» και η πρώτη κοινή επίθεση
Η συνεργασία τους δεν άργησε να πάρει συγκεκριμένη μορφή. Το πρώτο μεγάλο κοινό τους έργο ήταν η Αγία Οικογένεια, που δημοσιεύθηκε το 1845.
Στο βιβλίο στράφηκαν εναντίον των λεγόμενων Νεαρών Εγελιανών, τους οποίους θεωρούσαν υπερβολικά εγκλωβισμένους στην κριτική των ιδεών και της θρησκευτικής φιλοσοφίας.
Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς, η κατανόηση της κοινωνίας δεν μπορούσε να περιορίζεται στην κριτική των ιδεών. Η πραγματική ιστορία διαμορφωνόταν από τις υλικές συνθήκες, τις κοινωνικές σχέσεις και τις συγκρούσεις ανάμεσα στις τάξεις.
Ήταν μια μετατόπιση που επρόκειτο να αλλάξει οριστικά τον τρόπο με τον οποίο μεγάλο μέρος της πολιτικής σκέψης αντιμετώπιζε την κοινωνία.
Το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» και η θεωρία της ταξικής πάλης
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1848, η συνεργασία τους θα αποκτούσε το κείμενο που θα γινόταν το διασημότερο πολιτικό τους έργο: το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.
Η περίφημη αρχική διατύπωση, ότι η μέχρι τότε ιστορία των κοινωνιών είναι ιστορία ταξικών αγώνων, συμπύκνωσε τον πυρήνα της αντίληψής τους για την ιστορική εξέλιξη.
Η κοινωνία δεν παρουσιαζόταν ως ένα σταθερό σύστημα, αλλά ως πεδίο αντιθέσεων. Η σχέση ανάμεσα στους κατόχους των μέσων παραγωγής και στους εργαζομένους βρισκόταν στον πυρήνα της νέας καπιταλιστικής κοινωνίας.
Το Μανιφέστο δεν ήταν απλώς ένα θεωρητικό κείμενο. Ήταν πολιτικό κάλεσμα και θα αποκτούσε τεράστια επιρροή σε εργατικά κινήματα, σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα και επαναστατικά κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο.
Μια συνεργασία με βαθιές αντιθέσεις
Η σχέση Μαρξ και Ένγκελς δεν ήταν απλώς μια φιλία δύο διανοουμένων. Υπήρξε μια εξαιρετικά παραγωγική πολιτική και πνευματική συνεργασία, αλλά και μια σχέση με διαφορετικούς ρόλους.
Ο Μαρξ ήταν ο θεωρητικός που αφιέρωσε τεράστιο μέρος της ζωής του στη μελέτη της πολιτικής οικονομίας και των μηχανισμών του καπιταλισμού. Ο Ένγκελς, γιος βιομηχάνου, γνώριζε από πρώτο χέρι τον κόσμο των επιχειρήσεων και παράλληλα λειτουργούσε ως σημαντικός συνεργάτης, χρηματοδότης και εκλαϊκευτής των ιδεών τους.
Χωρίς την οικονομική και πρακτική υποστήριξη του Ένγκελς, η ζωή και το έργο του Μαρξ θα είχαν πιθανότατα εξελιχθεί πολύ διαφορετικά.
Από την Παρισινή Κομμούνα μέχρι τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα
Η επιρροή των ιδεών τους ξεπέρασε κατά πολύ την εποχή στην οποία έζησαν.
Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο και αργότερα το Κεφάλαιο αποτέλεσαν σημεία αναφοράς για εργατικά κινήματα και πολιτικές οργανώσεις στην Ευρώπη και πέρα από αυτήν.
Η Παρισινή Κομμούνα του 1871, η Ρωσική Επανάσταση, η κινεζική επανάσταση, τα κομμουνιστικά κινήματα στην Ευρώπη, την Ασία και τη Λατινική Αμερική και, αργότερα, πολλά αντιαποικιακά κινήματα επηρεάστηκαν σε διαφορετικό βαθμό από τον μαρξισμό.
Ταυτόχρονα, η πολιτική ιστορία του 20ού αιώνα απέδειξε ότι η κληρονομιά του Μαρξ και του Ένγκελς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ενιαίο και αδιαμφισβήτητο σύστημα. Οι ιδέες τους χρησιμοποιήθηκαν, ερμηνεύθηκαν και συχνά διαστρεβλώθηκαν από καθεστώτα που δημιούργησαν διαφορετικές μορφές πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.
Η κληρονομιά και τα όριά της
Σήμερα, σχεδόν δύο αιώνες μετά τη συνάντηση στο Παρίσι, η συζήτηση για τον Μαρξ και τον Ένγκελς παραμένει ζωντανή.
Η ανάλυση της κοινωνικής ανισότητας, της συγκέντρωσης πλούτου, της εργασιακής ανασφάλειας και των οικονομικών κρίσεων εξακολουθεί να τροφοδοτεί επιστημονικές και πολιτικές συζητήσεις.
Την ίδια στιγμή, η μαρξιστική παράδοση έχει δεχθεί σοβαρή κριτική για τις περιορισμένες επεξεργασίες της σχετικά με τη θέση των γυναικών, την αποικιοκρατία, τη φυλή και τη σχέση ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος. Οι σύγχρονες κοινωνικές αντιθέσεις είναι πολύ πιο σύνθετες από το εργοστάσιο και τη σχέση εργάτη-κεφαλαίου του 19ου αιώνα.
Η αυτοματοποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική κρίση, η παγκοσμιοποίηση και η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος σε λίγες επιχειρήσεις δημιουργούν νέα ερωτήματα, τα οποία δεν μπορούν να απαντηθούν μηχανιστικά με κείμενα του 19ου αιώνα.
Η σημασία μιας συνάντησης
Η 28η Αυγούστου 1844 δεν είναι σημαντική επειδή δύο ιστορικές προσωπικότητες συναντήθηκαν σε ένα παρισινό καφέ. Είναι σημαντική επειδή εκεί άρχισε να παίρνει συγκεκριμένη μορφή μια συνεργασία που επηρέασε βαθιά την πολιτική, την οικονομία, την κοινωνιολογία και τη φιλοσοφία.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν συμφωνούσαν απλώς ότι η κοινωνία έπρεπε να αλλάξει. Προσπάθησαν να κατανοήσουν τους μηχανισμούς που παρήγαν την ανισότητα και να συνδέσουν τη θεωρία με την πολιτική δράση.
Αυτό είναι ίσως και το πιο διαχρονικό στοιχείο της συνάντησής τους. Όχι η μετατροπή των ιδεών τους σε δόγμα, αλλά η επιμονή ότι η κοινωνία δεν είναι δεδομένη και ότι οι οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής και αλλαγής.
Στο Παρίσι του 1844, δύο νέοι άνδρες άρχισαν μια συνεργασία που έμελλε να διαρκέσει δεκαετίες και να αφήσει το αποτύπωμά της σε ολόκληρο τον κόσμο. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπορούσε τότε να γνωρίζει το μέγεθος της ιστορικής επιρροής που θα αποκτούσαν.
Η συνάντηση εκείνη, ωστόσο, σηματοδότησε την αρχή ενός από τα πιο φιλόδοξα πνευματικά και πολιτικά εγχειρήματα της νεότερης εποχής: την προσπάθεια να εξηγηθεί ο κόσμος μέσα από τις κοινωνικές και οικονομικές του αντιθέσεις και, ταυτόχρονα, να αναζητηθούν οι δυνατότητες για την αλλαγή του.


