08 Σεπ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Spots
  • Η «Χρονοστιβάδα» μετατρέπει τη μνήμη της πόλης σε τέχνη και πάει MOMUS

Η «Χρονοστιβάδα» μετατρέπει τη μνήμη της πόλης σε τέχνη και πάει MOMUS

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Περπατώντας στη Θεσσαλονίκη, έχεις συχνά την αίσθηση πως η πόλη δεν αφήνει τίποτα πραγματικά πίσω της. Περνά απλώς από το παρελθόν στο παρόν. Αναδιπλώνεται. Κρύβεται κάτω από επιφάνειες, επιστρέφει μέσα από ήχους, πρόσωπα, ονόματα και διαδρομές. Μπορεί να εμφανιστεί σε μια ρωμαϊκή καμάρα την ώρα που περνά ένας φοιτητής, σε έναν παλιό δρόμο της Άνω Πόλης, σε μια πολυκατοικία που κουβαλά ακόμη τις ιστορίες των ανθρώπων που έζησαν εκεί, σε ένα τραγούδι που ακούγεται από ένα ανοιχτό παράθυρο. Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη όπου οι αιώνες δεν αντικαθιστούν ο ένας τον άλλον. Συγκατοικούν…

Αυτή η συνύπαρξη ξεπηδά μέσα από τη «Χρονοστιβάδα. 45 ιστορίες για τη Θεσσαλονίκη από λέξεις και χαρτογλυπτική», το βιβλίο του συγγραφέα Στέφανου Τσιτσόπουλου και του γραφίστα Θανάση Γεωργίου. Ένα έργο που κινείται ανάμεσα στη δημοσιογραφία, τη λογοτεχνία, την αστική περιπλάνηση και την εικαστική δημιουργία.
Η «Χρονοστιβάδα» ετοιμάζεται ήδη για τη δεύτερη έκδοσή της και ταυτόχρονα, από 1 έως 20 Σεπτεμβρίου το MOMUS-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, θα φιλοξενήσει την εικαστική μεταγραφή του υβριδικού αυτού βιβλίου, που λειτουργεί ως ένας χώρος όπου οι εικόνες και οι λέξεις αναζητούν η μία την άλλη. ΄
«Τα 45 έργα του Θανάση είναι απτά, χειροποίητα: χαρτιά, κόλλες, τρισδιάστατες εγκοπές-πύλες που παραπέμπουν στον Λούτσιο Φοντάνα ή κλείνουν το μάτι στην pop art του Λίχνενσταϊν». Η μεταφορά της Χρονοστιβάδας στο μουσείο δεν αφορά απλώς την έκθεση των έργων. Είναι η δημιουργία μιας εμπειρίας. Αποφασίσαμε να “ ανατινάξουμε” τις διαστάσεις τους υπερμεγενθύνοντας τις εικόνες», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Στέφανος Τσιτσόπουλος, λίγο πριν ανοίξει η έκθεση.
Η μεταμόρφωση αυτή έγινε δυνατή μέσα από τη συνεργασία με τη Whale Graphics, που ανέλαβε τη μετάφραση των έργων σε μια μεγάλης κλίμακας εγκατάσταση.

Οι αόρατες νιφάδες χρόνου που αιωρούνται πάνω από τη Θεσσαλονίκη 

Ο τίτλος του βιβλίου είναι ήδη μια δήλωση. «Δεν υπάρχει λέξη “ Χρονοστιβάδα”», εξηγεί, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Στέφανος Τσιτσόπουλος. «Το πέρασμα του χρόνου το νιώθω σαν αόρατες νιφάδες χρόνου που με περιλούζουν κάθε στιγμή», σημειώνει. Αυτές οι αόρατες νιφάδες είναι η πρώτη ύλη του βιβλίου. Ιστορίες, πρόσωπα, θραύσματα, ήχοι και εικόνες που συσσωρεύονται μέχρι να δημιουργήσουν μια νέα αφήγηση για τη Θεσσαλονίκη.

Ο Στέφανος Τσιτσόπουλος έχει χτίσει εδώ και χρόνια μια ιδιαίτερη σχέση με την πόλη. Μέσα από τη δημοσιογραφική του διαδρομή στην Athens Voice, έχει επιλέξει να μην αντιμετωπίζει τη Θεσσαλονίκη ως αντικείμενο καταγραφής αλλά ως ζωντανό οργανισμό. Η «Χρονοστιβάδα» συνεχίζει αυτή την πρακτική. «Υπάρχει μια επί τούτου σύνδεση ανάμεσα στη “ Χρονοστιβάδα” και τον τρόπο δουλειάς του Χάντερ Τόμσον, του Τρούμαν Καπότε, της Τζόαν Ντίντιον. Το ίδιο κάνω χρόνια τώρα στην Athens Voice, τροφοδοτώντας το Μέσο με ιστορίες από τη Θεσσαλονίκη: οι αφηγήσεις μου ορίζονται από την καταστατική αρχή της Νέας Δημοσιογραφίας που την υπηρέτησαν οι παραπάνω», λέει ο συγγραφέας.

Στη λογική αυτή, το γεγονός δεν χάνει την πραγματικότητά του όταν περνά μέσα από το προσωπικό βλέμμα. Αντίθετα, αποκτά μια διαφορετική διάσταση. «Η αντικειμενικότητα του γεγονότος παρατίθεται με την ταυτόχρονη υπέρβαση, καταστρατήγηση και υπονόμευσή του. Ο δημοσιογράφος παύει να είναι εξωτερικός παρατηρητής και βιώνει το θέμα με προσωπική ανάμειξη», επισημαίνει.
Αυτή η προσωπική εμπλοκή είναι το σημείο όπου γεννιέται η «βιωματική δημοσιογραφολογοτεχνία» που περιγράφει ο ίδιος: «Φιλτράροντας τα θέματα με λογοτεχνικές πρακτικές, επιδιώκω να μετατρέψω και εγώ (με τον τρόπο τους) τα στεγνά δεδομένα σε ένα απόλυτα προσωπικό ημερολόγιο».
Στη δική του εσωτερική βιβλιοθήκη τοποθετεί, πέρα από τους εκπροσώπους της Νέας Δημοσιογραφίας που ήδη ανέφερε, και τον Μποντλέρ. Τον άνθρωπο που περιπλανιέται στην πόλη όχι ως καταναλωτής εικόνων αλλά ως κάποιος που αφήνεται να επηρεαστεί από αυτές. «Ο φλανέρ περιπλανιέται στην πόλη, τη γεύεται, τη γλεντά, χαίρεται, μελαγχολεί, χάνεται μέσα στο πλήθος και αναμεταδίδει».

Σημαντική θέση σε αυτή τη διαδρομή έχει και ο Νόρμαν Μέιλερ: «Στον “ Στρατό της Νύχτας”, από απρόσωπος ρεπόρτερ που καταγράφει μια αντιπολεμική πορεία στο Πεντάγωνο του 1967, ο Μέιλερ κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ, δίνοντας στον εαυτό του τον ρόλο του κεντρικού χαρακτήρα που περιγράφει τις σκέψεις του».
Είναι η στιγμή όπου η ιστορία παύει να είναι απλή καταγραφή και γίνεται προσωπική εμπειρία. «History as a Novel, Novel as History», σημειώνει χαρακτηριστικά. «Συνειδητή κατάλυση των συνόρων μεταξύ δημοσιογραφικής ακρίβειας και λογοτεχνικής ερμηνείας, αυτή είναι η “ γραμμή” της “ Χρονοστιβάδας”».

Η Θεσσαλονίκη ως μνήμη

Για τον Στέφανο Τσιτσόπουλο, «…η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη όπου το χθες, το κάποτε, οι αιώνες και το τώρα, διαπλέκονται καθημερινά, αρκεί ο διαβάτης να έχει εξασκημένη όραση».
Η προϋπόθεση είναι η παρατήρηση «… και να αναγνωρίζει τις μυθολογίες, τις όψεις, τις υφές, τις αύρες και τις στιγμές που καραδοκούν στο πεδίο». Σε αυτή την πόλη, λέει ο Τσιτσόπουλος, «οι ιστορίες από το χθες είναι κρυμμένες μέσα σε στοές και καμπαναριά, σε μπαρ, γειτονιές και απομεινάρια συναγωγών και μιναρέδων».
Η «Χρονοστιβάδα» ακολουθεί αυτά τα ίχνη. Περνά από την Καμάρα, τις οθωμανικές κρήνες της Άνω Πόλης, τις εργατικές πολυκατοικίες στον Φοίνικα, τους ναούς, τα γαλεριανά ανάκτορα, τα τεμένη και τα χαλάσματα που συνεχίζουν να ψιθυρίζουν. «Άνω Πόλη, κάτω πόλη και τσουπ: το τώρα εισβάλλει εντός του τότε», περιγράφει με γλαφυρό τρόπο.
«Το χθες και η πόλη τώρα, είναι πενήντα πενήντα στο DNA της “ Χρονοστιβάδας”. Κυτταρικές μνήμες Θεσσαλονίκης και η εξιστόρηση του παρόντος βίου της». Και πίσω από όλα αυτά «…σαν τρίτη διάσταση αχνοφέγγει η προσδοκία του μέλλοντος», συμπληρώνει με γλαφυρό τρόπο ο συγγραφέας.
 
Όταν ο Κικέρων συναντά τον ΛΕΞ και η πόλη γράφει ξανά τον εαυτό της

Στη «Χρονοστιβάδα» ο χρόνος δεν λειτουργεί ως διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις εποχές. Έτσι, ο Κικέρων και ο ΛΕΞ μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο αφηγηματικό σύμπαν κι αυτό δεν είναι μια αυθαίρετη σύνδεση διαφορετικών κόσμων αλλά μια βαθύτερη ανάγνωση της Θεσσαλονίκης: μιας πόλης που ποτέ δεν «ξεφορτώθηκε» τις προηγούμενες ζωές της. «Ο Κικέρων έρχεται από μια μυστική καταπακτή που υπάρχει κάτω από την Καμάρα», λέει ο Στέφανος Τσιτσόπουλος. «Την άνοιξα και ξεπήδησε μια αμάραντη ιστορία από το χθες».
Η εικόνα είναι σχεδόν κινηματογραφική: κάτω από ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία της πόλης υπάρχει ένας κρυφός δρόμος προς το παρελθόν. Από εκεί μπορεί να εμφανιστεί ένας Ρωμαίος ρήτορας, την ίδια στιγμή που γύρω του κινούνται φοιτητές, περαστικοί, άνθρωποι που ετοιμάζονται να αφήσουν τα δικά τους σημάδια πάνω στους τοίχους της πόλης.
«Πιθανόν να μη γνωρίζει αυτή την ιστορία το αγόρι από τη Νάουσα που έδωσε φλέρτι ραντεβού με μια συμφοιτήτρια από την Κομοτηνή, ή δυο μπάχαλοι με σπρέι που καραδοκούν να πέσει νύχτα για να βάψουν τους γύρω τοίχους ή να κρεμάσουν τα “ Λευτεριά” τους στα προστατευτικά κάγκελα του μνημείου».
«Ο ΛΕΞ είναι ο αντίλαλος του παρόντος», λέει ο Τσιτσόπουλος. «Οι δυο τους, ΛΕΞ και Κικέρων, οδηγούν τον αναγνώστη στα ιστορικά, μυστηριακά και μυσταγωγικά στα βάθη της υβριδικής αναγνωστικής τελετουργίας που επιδιώξαμε με τον Θανάση», εξηγεί.
Η «Χρονοστιβάδα» δεν αντιμετωπίζει την πόλη ως αντικείμενο μελέτης. Την αντιμετωπίζει ως εμπειρία. Από την αρχή, όπως εξηγεί ο δημιουργός, υπήρχε η επιθυμία να καταργηθούν οι ιεραρχίες ανάμεσα στις εποχές. «Είχαμε κατά νου να φτιάξουμε μια έκδοση που οι χρόνοι καταργούνται. Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Οθωμανοί, Εβραίοι, Μακεδόνες στρατηγοί».
Η αναφορά στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη λειτουργεί σαν ένας υπόγειος οδηγός για το έργο: «Δόξα Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, στο έργο του οποίου οι ιεραρχίες καταργούνται, τα σημαίνοντα και σημαινόμενα εφάπτονται και πορεύονται παράλληλα».
Ακριβώς έτσι λειτουργεί και η «Χρονοστιβάδα». Τα πράγματα δεν συνδέονται επειδή ανήκουν στην ίδια εποχή. Συνδέονται επειδή ανήκουν στην ίδια μνήμη. Οι νεραντζιές της οδού Εδέσσης, οι κατάσκοποι του Ντεπώ, τα πλατάνια της Βαφοπούλου, η «Μεγάλη Πλατεία» του Νίκου Μπακόλα, ο μηχανικός Βιταλιάνο Ποζέλι και η γλυκιά Λουίζα, η Βίλα Σάλεμ στη Βασιλίσσης Όλγας, ο Γιάννης Αγγελάκας, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Ροζίνα Ασσέρ Πάρδο στην οδό Τσιμισκή. Όλα βρίσκονται στον ίδιο χάρτη…
«Υπακούουν στον ένα και μοναδικό νόμο της “ Χρονοστιβάδας”: “ Όλα γυρίζουν σαν τρελά, ρόδες που παν στο πουθενά”». Ο στίχος του Παύλου Παυλίδη συμπυκνώνει τη βασική ιδέα: η πόλη είναι ένας μηχανισμός διαρκούς περιστροφής. Τίποτα δεν χάνεται οριστικά. Απλώς αλλάζει θέση.
 
Η μνήμη της πόλης, όταν γίνεται χαρτί και εικόνα

Αν η γραφή του Στέφανου Τσιτσόπουλου περιπλανιέται στους δρόμους της Θεσσαλονίκης αναζητώντας τα ίχνη των ανθρώπων, των εποχών και των ιστοριών της, η εικαστική γλώσσα του Θανάση Γεωργίου επιχειρεί κάτι εξίσου δύσκολο: να μετατρέψει αυτή την περιπλάνηση σε ύλη. Στη «Χρονοστιβάδα» το κείμενο και η εικόνα δεν ανταγωνίζονται. Συναντιούνται. «Αυτή ακριβώς ήταν η βάση της συνεργασίας», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Θανάσης Γεωργίου. «Η διπλή όψη, η διπλή ανάγνωση του θέματος. Δύο δημιουργοί, με διαφορετικά εργαλεία, προσεγγίζουν το ίδιο θέμα, ο καθένας με τη δική του ερμηνεία».
Η αφετηρία όμως ήταν ξεκάθαρη: η γλώσσα. «Φυσικά η δουλειά μου βασίζεται στο κείμενο, γιατί πρόκειται για βιβλίο και το κείμενο είναι ο πρωταγωνιστής». Η εικόνα δεν έρχεται να αντικαταστήσει τις λέξεις ούτε να τις επαναλάβει, αλλά να ανοίξει έναν ακόμη δρόμο. «Η κεντρική ιδέα ήταν το κείμενο και η εικόνα να τέμνονται με στόχο αυτός ο συνδυασμός να απογειώσει το σύνολο», εξηγεί ο Γεωργίου.
 
Η μνήμη της πόλης ως υλικό

Πώς μπορεί άραγε να μεταφραστεί η μνήμη μιας πόλης σε χαρτί; Πώς μπορεί μια ιστορία, μια μυρωδιά, ένας δρόμος ή ένα πρόσωπο να αποκτήσει σχήμα; Ο Θανάσης Γεωργίου ξεκινά από την ιδιαιτερότητα του ίδιου του κειμένου. «Έχεις στα χέρια σου ένα ιδιαίτερο κείμενο, μια -τολμώ να πω- ποπ γραφή, όπου η αλήθεια μιας ιστορίας μπλέκει γλυκά με τη μυθοπλασία […] Έχεις δηλαδή ένα κείμενο στο οποίο μέσα από τις περιγραφές μπορεί να τρέχουν παράλληλες μικρές ιστορίες».
Είναι ο «ροκ εντ ρολ» τρόπος με τον οποίο ο Στέφανος προσεγγίζει την αφήγηση, ένας τρόπος που δεν περιορίζεται στην απλή αναπαράσταση γεγονότων αλλά αφήνει χώρο για συνειρμούς. «Φυσικά το κείμενο είναι συγκεκριμένο με αρχή, μέση και όποιο τέλος, αλλά σίγουρα δεν είναι βάση του η ιστορική τεκμηρίωση […] Η επιλογή να δουλέψω πιο εικαστικά και λιγότερο εικονογραφικά, γραφιστικά αν θέλετε, ήταν γιατί το κείμενο, ο τρόπος γραφής μου δίνει αυτή τη δυνατότητα. «Μου δίνει την ελευθερία να κάνω τη δική μου αφήγηση. Μια ελευθερία που σου επιτρέπει να αφήσεις περιθώριο για περισσότερες από μια οπτικές αναγνώσεις. Ο αναγνώστης-θεατής ενδεχομένως βλέπει και κάτι άλλο ή ακόμα και βιώνει κάποιο άλλο συναίσθημα, κάτι πιο προσωπικό, γιατί τελικά για συναισθήματα μιλάμε».
 
Όταν η εικόνα αφήνει χώρο στο απρόβλεπτο

Θα μπορούσε άραγε η εικόνα να αντισταθεί στο κείμενο; Να το σχολιάσει ή ακόμη και να το ανατρέψει; Ο Θανάσης Γεωργίου αφήνει ανοιχτό αυτό το ενδεχόμενο, αλλά ξεκαθαρίζει την αφετηρία του. «Θα μπορούσε να συμβεί. Αλλά δεν παύω να εικονογραφώ το κείμενο. Με βάση αυτή τη λογική δούλεψα, όχι με στόχο την ανατροπή και τον σχολιασμό. Αυτό όμως που συμβαίνει πολλές φορές στις εικόνες, είναι αυτό που συμβαίνει και στον αναγνώστη. Να σε συγκινεί ένα πρόσωπο, μια κατάσταση ή ένα δευτερεύον κομμάτι».

Αυτό το μικρό, σχεδόν αόρατο στοιχείο που μένει πίσω από την πρώτη ανάγνωση είναι πολλές φορές εκείνο που γεννά την εικόνα. «Να σου μένει ένα συναίσθημα, μια αίσθηση παρά το προφανές της ιστορίας και να χτίζεις μια άλλη εικόνα στο μυαλό σου. Αυτό ήταν πάντα έντονο σε κάθε κείμενο και με οδήγησε πολλές φορές στο να το μεταφέρω στο χαρτί και να το κάνω εικόνα […] Αυτή θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί μια ανατροπή και είναι κάτι που με γοητεύει», καταλήγει ο Θανάσης Γεωργίου.

Δείτε επίσης