Η υπόθεση του Δημήτρη Λιγνάδη επιστρέφει στο προσκήνιο της Δικαιοσύνης, καθώς το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο της Αθήνας θα εξετάσει από μηδενική βάση και τις τρεις καταγγελίες για βιασμό ανήλικων αγοριών που έχουν φτάσει στο ακροατήριο. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια νέα και κρίσιμη φάση της πολύκροτης δικαστικής υπόθεσης, η οποία απασχόλησε έντονα την κοινή γνώμη και συνδέθηκε με το ελληνικό κίνημα #MeToo.
Η δίκη δεν προχώρησε ουσιαστικά κατά την πρώτη ημέρα της διαδικασίας, καθώς το δικαστήριο αποφάσισε τη διακοπή της και τον ορισμό νέας συνεδρίασης για τις 18 Ιουνίου 2026. Στο επίκεντρο βρέθηκε αίτημα της υπεράσπισης για τον διορισμό ειδικού ψυχολόγου που θα εξετάσει τους καταγγέλλοντες και θα παρίσταται κατά τη διάρκεια της εξέτασής τους στο ακροατήριο.
Διακοπή της διαδικασίας λόγω αιτήματος για ειδικό ψυχολόγο
Η υπεράσπιση του ηθοποιού και σκηνοθέτη ζήτησε τον ορισμό ειδικού επιστήμονα, υποστηρίζοντας ότι η παρουσία ψυχολόγου είναι αναγκαία κατά την εξέταση των φερόμενων θυμάτων. Το αίτημα υποστηρίχθηκε και από την εισαγγελική έδρα, η οποία ωστόσο πρότεινε να διακοπεί η διαδικασία προκειμένου να εξεταστεί και να ληφθεί σχετική απόφαση χωρίς να δημιουργηθούν δικονομικά ζητήματα.
Το δικαστήριο υιοθέτησε τελικά τη λύση της διακοπής, μεταθέτοντας τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας για την επόμενη ημέρα.
Η απόφαση για τον διορισμό ψυχολόγου αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα πρώτα ουσιαστικά ζητήματα που θα κρίνει το Εφετείο πριν εισέλθει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης.
Δεκτή η εισαγγελική έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το δικαστήριο έκανε δεκτή την εισαγγελική έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε πλήρη επανεξέταση και των τριών υποθέσεων βιασμού που περιλαμβάνονται στη δικογραφία. Ως αποτέλεσμα, ο Δημήτρης Λιγνάδης βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο επιβολής αυστηρότερης ποινής σε σχέση με εκείνη που του είχε επιβληθεί πρωτοδίκως.
Στο ελληνικό ποινικό σύστημα, η αποδοχή εισαγγελικής έφεσης σημαίνει ότι το Εφετείο δεν δεσμεύεται από τα συμπεράσματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και εξετάζει εκ νέου το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και των καταγγελιών.
Η πρωτόδικη καταδίκη του 2022
Η πρώτη δικαστική κρίση εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2022 από το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας.
Τότε ο γνωστός ηθοποιός και σκηνοθέτης κρίθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία, με ψήφους τέσσερις έναντι τριών, για δύο περιπτώσεις βιασμού 17χρονων αγοριών που φέρονται να τελέστηκαν το 2015, μία στην Αθήνα και μία στην Επίδαυρο.
Για τις πράξεις αυτές το δικαστήριο του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης 12 ετών. Παράλληλα, αποφάσισε να χορηγήσει ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση, με συνέπεια ο καταδικασθείς να αφεθεί ελεύθερος έως την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό.
Η συγκεκριμένη απόφαση είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στον νομικό και καλλιτεχνικό κόσμο, καθώς και ευρύτερο δημόσιο διάλογο για τα όρια της δικαστικής κρίσης και τη μεταχείριση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης.
Οι υποθέσεις για τις οποίες είχε αθωωθεί
Στην πρωτόδικη διαδικασία ο Δημήτρης Λιγνάδης είχε αθωωθεί για δύο ακόμη καταγγελλόμενες πράξεις βιασμού.
Η πρώτη αφορούσε καταγγελία 16χρονου αγοριού, ενώ η δεύτερη σχετιζόταν με ενήλικο άνδρα, ο οποίος δεν είχε εμφανιστεί στο δικαστήριο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.
Μετά την αποδοχή της εισαγγελικής έφεσης, το Εφετείο καλείται να εξετάσει εκ νέου και τις υποθέσεις αυτές, αξιολογώντας από την αρχή το αποδεικτικό υλικό, τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα επιχειρήματα των δύο πλευρών.
Κρίσιμη δίκη με ευρύτερο κοινωνικό αποτύπωμα
Η εφετειακή δίκη θεωρείται μία από τις σημαντικότερες υποθέσεις που συνδέθηκαν με τις καταγγελίες για σεξουαλική βία στον χώρο του πολιτισμού τα τελευταία χρόνια.
Η απόφαση που θα εκδοθεί αναμένεται να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα τόσο για τους εμπλεκομένους όσο και για τη δημόσια συζήτηση γύρω από τη δικαστική αντιμετώπιση εγκλημάτων γενετήσιας ελευθερίας και προστασίας ανηλίκων.
Το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο καλείται πλέον να εξετάσει εξ υπαρχής το σύνολο της υπόθεσης, σε μια διαδικασία που αναμένεται να διαρκέσει αρκετές συνεδριάσεις και να συγκεντρώσει εκ νέου το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης.





