Ο κόσμος φαίνεται να επιστρέφει σε μια περίοδο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, με τη Ρωσία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα να επιδιώκουν τη διεύρυνση της επιρροής τους σε κρίσιμες γεωπολιτικές ζώνες. Ωστόσο, οι πρόσφατες συγκρούσεις δείχνουν ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν αρκεί πλέον για να διασφαλίσει πολιτικές νίκες.
Σύμφωνα με ανάλυση της Wall Street Journal, η τεχνολογία αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες ισχύος, επιτρέποντας ακόμη και σε μικρότερα κράτη να αντιστέκονται αποτελεσματικά απέναντι σε ισχυρότερους αντιπάλους.
Από τη Μήλο στη σύγχρονη γεωπολιτική
Λίγες φράσεις έχουν αποκτήσει τόσο διαχρονική βαρύτητα στη μελέτη των διεθνών σχέσεων όσο εκείνη που αποδίδεται στους Αθηναίους κατά τον διάλογο με τους Μηλίους: «Οι ισχυροί κάνουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι τους επιβάλλει η αδυναμία τους».
Η αναφορά του Θουκυδίδη χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες ως σημείο αναφοράς της ρεαλιστικής σχολής σκέψης, η οποία θεωρεί ότι η ισχύς αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα στη διεθνή πολιτική. Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών, όμως, θέτουν υπό αμφισβήτηση αυτή τη βεβαιότητα.
Η στρατιωτική υπεροχή εξακολουθεί να παίζει καθοριστικό ρόλο, δεν εγγυάται όμως αυτόματα την επίτευξη των πολιτικών στόχων που τη συνοδεύουν.
Η Ουκρανία και τα όρια της στρατιωτικής ισχύος
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποτέλεσε ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των νέων περιορισμών που αντιμετωπίζουν ακόμη και οι ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις.
Η Μόσχα υπολόγιζε σε μια ταχεία επικράτηση που θα οδηγούσε σε πολιτική αναδιάταξη του ουκρανικού κράτους. Χρόνια μετά την έναρξη της σύγκρουσης, η πραγματικότητα παραμένει διαφορετική. Η Ουκρανία εξακολουθεί να αντιστέκεται, ενώ έχει καταφέρει να μεταφέρει το πεδίο της σύγκρουσης βαθύτερα στο ρωσικό έδαφος, αξιοποιώντας νέες τεχνολογικές δυνατότητες και ασύμμεσες τακτικές.
Η εξέλιξη αυτή ανέτρεψε πολλές από τις παραδοσιακές παραδοχές γύρω από την έννοια της στρατιωτικής υπεροχής.
Το ιρανικό παράδειγμα και η ανθεκτικότητα των καθεστώτων
Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν και από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Παρά τα σημαντικά πλήγματα που έχουν δεχθεί στρατιωτικές υποδομές και στελέχη του ιρανικού μηχανισμού εξουσίας από αμερικανικές και ισραηλινές επιχειρήσεις, η Τεχεράνη εξακολουθεί να διατηρεί τον έλεγχο στο εσωτερικό της χώρας.
Παράλληλα, συνεχίζει να επηρεάζει τις εξελίξεις σε κρίσιμα γεωστρατηγικά σημεία, όπως τα Στενά του Ορμούζ, διατηρώντας τη δυνατότητα να ασκεί πίεση στους αντιπάλους της μέσω πυραυλικών επιθέσεων και περιφερειακών δικτύων επιρροής.
Η στρατιωτική υπεροχή, επομένως, δεν μεταφράζεται πάντοτε σε αλλαγή καθεστώτος ή σε οριστική κάμψη της αντίστασης.
Η τεχνολογία αλλάζει τους κανόνες του πολέμου
Το στοιχείο που διαφοροποιεί τη σημερινή εποχή από προηγούμενες ιστορικές περιόδους είναι η διάδοση τεχνολογιών που ήταν μέχρι πρότινος προνόμιο των ισχυρότερων κρατών.
Τα drones χαμηλού κόστους, οι πύραυλοι ακριβείας, τα προηγμένα συστήματα επιτήρησης και οι δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου επιτρέπουν σε μικρότερες χώρες να αυξάνουν σημαντικά το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας.
Η κατάκτηση και ο μακροχρόνιος έλεγχος μιας χώρας έχουν καταστεί πολύ πιο σύνθετες και δαπανηρές διαδικασίες. Η αποφασιστικότητα ενός πληθυσμού σε συνδυασμό με την έξυπνη αξιοποίηση της τεχνολογίας μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρός πολλαπλασιαστής ισχύος.
Το βλέμμα του Πεκίνου στραμμένο στην Ταϊβάν
Τα διδάγματα από την Ουκρανία και το Ιράν παρακολουθούνται στενά από την κινεζική ηγεσία, η οποία αξιολογεί διαρκώς τα πιθανά σενάρια γύρω από την Ταϊβάν.
Η εικόνα που διαμορφώνεται διεθνώς είναι ότι ούτε οι ρωσικές ούτε οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν επιτύχει εύκολες, γρήγορες και πολιτικά καθαρές νίκες στις πρόσφατες συγκρούσεις όπου ενεπλάκησαν άμεσα ή έμμεσα.
Αυτό το δεδομένο ενδέχεται να επηρεάσει τους στρατηγικούς υπολογισμούς του Πεκίνου, αυξάνοντας το βάρος που αποδίδεται στο οικονομικό κόστος, στη διεθνή απομόνωση και στη διάρκεια μιας πιθανής σύγκρουσης.
Η διαχρονική προειδοποίηση του Θουκυδίδη
Η ιστορία της Μήλου δεν ολοκληρώθηκε με την επιβολή της αθηναϊκής ισχύος. Η Αθήνα πέτυχε τον άμεσο στόχο της, αλλά η αυτοπεποίθηση που γεννούσε η στρατιωτική υπεροχή συνέβαλε στην ανάπτυξη μιας επικίνδυνης αίσθησης αήττητου.
Λίγα χρόνια αργότερα, η Σικελική Εκστρατεία και η φθορά του Πελοποννησιακού Πολέμου ανέδειξαν τα όρια ακόμη και της μεγαλύτερης δύναμης της εποχής.
Αυτό ακριβώς είναι το μήνυμα που αποκτά νέα επικαιρότητα στον 21ο αιώνα: τα κράτη που υπερεκτιμούν τις δυνατότητές τους και υποτιμούν την ανθεκτικότητα των αντιπάλων τους διατρέχουν τον κίνδυνο στρατηγικών λαθών με μακροχρόνιες συνέπειες.
Η ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα στη διεθνή πολιτική. Η τεχνολογία, όμως, έχει καταστήσει σαφές ότι η στρατιωτική υπεροχή από μόνη της δεν αρκεί για να διαμορφώσει το επιθυμητό πολιτικό αποτέλεσμα. Σε έναν κόσμο όπου τα μέσα άμυνας γίνονται πιο προσβάσιμα και οι κοινωνίες μπορούν να οργανώνουν αποτελεσματικότερη αντίσταση, η αλαζονεία της ισχύος ίσως αποδειχθεί η μεγαλύτερη αδυναμία των σύγχρονων υπερδυνάμεων.





