Με αναφορές στη διάσωση του ευρώ, στην ελληνική κρίση χρέους αλλά και στις νέες γεωπολιτικές προκλήσεις της Ευρώπης, πραγματοποιήθηκε στο Άαχεν η απονομή του «Βραβείου Καρλομάγνου» στον πρώην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας, Μάριο Ντράγκι.
Η βράβευση αποτέλεσε ουσιαστικά μια πολιτική αναδρομή στη δεκαετία της κρίσης της ευρωζώνης, όταν η περίφημη φράση του Ντράγκι «Whatever it takes» είχε μετατραπεί σε σημείο καμπής για τη σταθεροποίηση του κοινού νομίσματος και τη διάσωση της ευρωπαϊκής οικονομικής αρχιτεκτονικής.
Στην τελετή παρέστησαν και μίλησαν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ και ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην ελληνική εμπειρία της κρίσης και στις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών.
Ο «Σούπερ Μάριο» και η διάσωση του ευρώ
Ο Φρίντριχ Μερτς χαρακτήρισε τον Μάριο Ντράγκι «Σούπερ Μάριο», σημειώνοντας ότι έχει πετύχει μέσα σε μία πολιτική διαδρομή όσα άλλοι θα χρειάζονταν «πέντε ζωές» για να καταφέρουν.
Ο Γερμανός καγκελάριος απέδωσε στον Ντράγκι καθοριστικό ρόλο στην επιβίωση της ευρωζώνης την περίοδο της μεγάλης χρηματοπιστωτικής αναταραχής, επισημαίνοντας παράλληλα ότι στην ίδια ιστορική φάση κομβικός υπήρξε και ο ρόλος του πρώην υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
Όπως είπε, ο Σόιμπλε εξέφραζε τη γραμμή της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των μεταρρυθμίσεων για τις χώρες της ευρωζώνης, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση δοκιμαζόταν από βαθιές οικονομικές και πολιτικές αναταράξεις.
Το ειδικό μήνυμα του Μερτς για την Ελλάδα
Το πιο πολιτικά φορτισμένο σημείο της ομιλίας του Φρίντριχ Μερτς αφορούσε την Ελλάδα. Απευθυνόμενος προσωπικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο Γερμανός καγκελάριος αναγνώρισε δημόσια το κόστος που είχαν οι μεταρρυθμίσεις για την ελληνική κοινωνία, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι η πορεία αυτή «αποδείχθηκε σωστή».
Ο Μερτς αναφέρθηκε στην πρόωρη αποπληρωμή των δανείων διάσωσης από την Ελλάδα και υπογράμμισε ότι η χώρα έχει πλέον τη δυνατότητα να στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις.
«Οι μεγάλες προσπάθειες άξιζαν τον κόπο», δήλωσε χαρακτηριστικά, συγχαίροντας τον Έλληνα πρωθυπουργό και «ολόκληρο τον ελληνικό λαό» για την πορεία ανάκαμψης της οικονομίας. Η αποστροφή αυτή προκάλεσε παρατεταμένο χειροκρότημα στην αίθουσα της τελετής.
Η παρέμβαση του Γερμανού καγκελάριου είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς επανέφερε στο ευρωπαϊκό προσκήνιο την ελληνική κρίση ως παράδειγμα δύσκολης αλλά επιτυχημένης δημοσιονομικής προσαρμογής, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητά νέο οικονομικό και στρατηγικό προσανατολισμό.
Η Ευρώπη της ισχύος και της ασφάλειας
Σημαντικό μέρος της ομιλίας του Φρίντριχ Μερτς αφορούσε επίσης το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις εισηγήσεις του Μάριο Ντράγκι για τον εκσυγχρονισμό της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Ο καγκελάριος υποστήριξε ότι η Ευρώπη έχει πλέον συνειδητοποιήσει πως δεν μπορεί να επιβιώσει μόνο ως οικονομικός χώρος συνεργασίας, αλλά οφείλει να εξελιχθεί σε αυτόνομη δύναμη οικονομικής και στρατηγικής επιρροής.
«Η Ευρώπη έχει ως στόχο να γίνει μια δύναμη η οποία θα μπορεί να αντέξει τις καταιγίδες αυτής της νέας εποχής», ανέφερε, δίνοντας έμφαση τόσο στην οικονομική ανταγωνιστικότητα όσο και στην κοινή άμυνα και ασφάλεια.
Ο Μερτς ζήτησε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που θα υπερασπίζεται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τα συμφέροντά της, υπογραμμίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει να επενδύσουν στη δική τους οικονομική και στρατιωτική ισχύ, μέσα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αστάθειας και διεθνούς ανταγωνισμού.
Η πολιτική κληρονομιά του «Whatever it takes»
Η βράβευση του Μάριο Ντράγκι στο Άαχεν λειτούργησε τελικά και ως μια υπενθύμιση της καθοριστικής στιγμής του 2012, όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έστειλε μήνυμα στις αγορές ότι θα υπερασπιστεί το ευρώ «με κάθε κόστος».
Η φράση «Whatever it takes» πέρασε στην ιστορία ως το σημείο όπου η Ευρώπη απέφυγε μια ανεξέλεγκτη κρίση διάλυσης της ευρωζώνης. Σήμερα, περισσότερο από μία δεκαετία αργότερα, η ίδια συζήτηση επανέρχεται με διαφορετικούς όρους: ανταγωνιστικότητα, άμυνα, τεχνολογική αυτονομία και στρατηγική ισχύς βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ατζέντας.






