Η διεθνής κινητικότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ αποτυπώνει με σαφήνεια τη διαχωριστική γραμμή που διαμορφώνεται μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών ως προς τη διαχείριση της κρίσης. Περισσότερες από 33 χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, συνυπογράφουν κοινή δήλωση για την ανάγκη διασφάλισης της ναυσιπλοΐας, στέλνοντας όμως ένα εξίσου σαφές μήνυμα: η όποια συμβολή τους τοποθετείται χρονικά μετά τη λήξη των εχθροπραξιών.
Η θέση αυτή αποτυπώθηκε και από την εκπρόσωπο του Υπουργείου Εξωτερικών, Λάνα Ζωχιού, η οποία ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να συμβάλει «όταν επέλθει ειρήνη». Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ευρύτερη ευρωπαϊκή στάση, που αποφεύγει την εμπλοκή σε ενεργό πολεμικό σκηνικό.
Η βρετανική πρωτοβουλία και τα όρια της διεθνούς συνεργασίας
Η τηλεδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Ηνωμένου Βασιλείου, υπό την Υπουργό Εξωτερικών Ιβέτ Κούπερ, επιβεβαίωσε τη διάθεση για συντονισμό, αλλά και τα όρια αυτού. Στο τραπέζι τέθηκαν διπλωματικά, οικονομικά και –σε δεύτερο χρόνο– αμυντικά εργαλεία για την επαναλειτουργία των Στενών.
Η ίδια η Κούπερ μίλησε για «συλλογική κινητοποίηση» με στόχο μια «ασφαλή και διαρκή επαναλειτουργία», ενώ στρατιωτικές επιλογές, όπως αποναρκοθέτηση και συνοδεία πλοίων, παραπέμφθηκαν ρητά σε περίοδο αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης.
Ανάλογη στάση καταγράφεται και από τη Γαλλία, με διπλωματικές πηγές να υπογραμμίζουν ότι οποιαδήποτε επιχειρησιακή εμπλοκή προϋποθέτει εκεχειρία.
«Ναι» στην ασφάλεια, «όχι» στον πόλεμο
Η κοινή δήλωση λειτουργεί ως πολιτικό σήμα αποστασιοποίησης από την άμεση στρατιωτική εμπλοκή. Οι ευρωπαϊκές χώρες αναγνωρίζουν τη σημασία των Στενών του Ορμούζ για την παγκόσμια οικονομία –ιδίως μετά το σοκ που προκάλεσε το κλείσιμό τους–, ωστόσο δεν δείχνουν πρόθυμες να εμπλακούν σε έναν πόλεμο που δεν θεωρούν δικό τους.
Η στάση αυτή δεν είναι απλώς τακτική, αλλά στρατηγική επιλογή: αποφυγή ανάληψης ρίσκου σε ένα ασταθές περιβάλλον, όπου η κλιμάκωση θα μπορούσε να έχει ανεξέλεγκτες συνέπειες.
Οι πιέσεις Τραμπ και η αναζήτηση συμμάχων
Στον αντίποδα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εντείνει τις πιέσεις προς τους Ευρωπαίους συμμάχους, επιδιώκοντας τη συγκρότηση μιας ευρύτερης συμμαχίας για το άνοιγμα των Στενών.
Με επιθετική ρητορική και προειδοποιήσεις, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να μετατρέψει μια περιφερειακή κρίση σε πεδίο διεθνούς στρατιωτικής κινητοποίησης. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή απάντηση παραμένει επιφυλακτική, αναδεικνύοντας το χάσμα προτεραιοτήτων μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού.
Πέρα από το Ιράν: Η ευρύτερη στρατηγική των ΗΠΑ
Οι αμερικανικές κινήσεις δεν περιορίζονται στη διαχείριση της κρίσης με το Ιράν. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική αναδιάταξης ισχύος, με πολλαπλούς στόχους.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η αποδυνάμωση περιφερειακών αντιπάλων, η αποτροπή ταυτόχρονων κρίσεων σε διαφορετικά μέτωπα και η αναχαίτιση της γεωοικονομικής ανόδου της Κίνας. Η προσπάθεια αυτή συνδέεται και με την επιδίωξη των ΗΠΑ να διαμορφώσουν ένα περιβάλλον στρατηγικής πίεσης γύρω από το Πεκίνο.
Παράλληλα, η διαχείριση του πολέμου στο Ιράν συνδέεται με την επιδίωξη του Τραμπ να κλείσει το μέτωπο της Ουκρανίας με όρους που θα περιορίζουν την αμερικανική εμπλοκή και θα ανακατανέμουν τους πόρους.
Το ρίσκο της υπερέκτασης και η επόμενη μέρα
Η αμερικανική στρατηγική ενέχει σημαντικούς κινδύνους. Το άνοιγμα πολλαπλών μετώπων –με το Ιράν, τη Ρωσία και την Κίνα– θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπερέκταση, με απρόβλεπτες συνέπειες για την ισορροπία ισχύος.
Το διακύβευμα ξεπερνά τη διαχείριση μιας περιφερειακής κρίσης. Αφορά τη διαμόρφωση της επόμενης ημέρας στη διεθνή τάξη πραγμάτων: ποιοι θα έχουν τον έλεγχο, με ποιους όρους και σε ποιο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα Στενά του Ορμούζ μετατρέπονται από ενεργειακό πέρασμα σε κομβικό σημείο στρατηγικής αντιπαράθεσης, όπου οι επιλογές των μεγάλων δυνάμεων θα καθορίσουν τις εξελίξεις για τα επόμενα χρόνια.






