Στην 33η ημέρα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ο Ντόναλντ Τραμπ αναδεικνύεται σε κεντρικό παράγοντα ανατροπών, μεταφέροντας την πίεση από το πεδίο των συγκρούσεων στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ. Με αιχμή τα Στενά του Ορμούζ και φόντο την Ουκρανία, η Ουάσιγκτον επανακαθορίζει τις ισορροπίες, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Στενά του Ορμούζ: το γεωπολιτικό «κλειδί» της κρίσης
Τα Στενά του Ορμούζ έχουν μετατραπεί στο επίκεντρο της διεθνούς έντασης, καθώς το Ιράν έχει ουσιαστικά μπλοκάρει τη διέλευση, μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στα τέλη Φεβρουαρίου. Από το πέρασμα αυτό διακινείται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου, γεγονός που καθιστά το κλείσιμό του κρίσιμο για την παγκόσμια οικονομία.
Ο Τραμπ ζήτησε τη συνδρομή ναυτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ για την επαναλειτουργία της θαλάσσιας οδού, αίτημα που απορρίφθηκε από ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες ξεκαθάρισαν ότι δεν προτίθενται να εμπλακούν στρατιωτικά όσο η σύγκρουση βρίσκεται σε εξέλιξη.
Οι απειλές Τραμπ και το «όπλο» της Ουκρανίας
Σύμφωνα με πληροφορίες των Financial Times, ο Αμερικανός πρόεδρος αντέδρασε έντονα, απειλώντας να διακόψει την παροχή όπλων προς την Ουκρανία μέσω του μηχανισμού PURL, που χρηματοδοτείται κυρίως από ευρωπαϊκές χώρες.
Η πίεση αυτή συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια συγκρότησης μιας «συμμαχίας των προθύμων» για την επιχείρηση στα Στενά του Ορμούζ, μετατρέποντας την ουκρανική άμυνα σε διαπραγματευτικό χαρτί.
Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο επιχείρησε να χαμηλώσει τους τόνους, δηλώνοντας ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν επηρεαστεί οι αποστολές όπλων. Άφησε όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο ανακατεύθυνσης εξοπλισμών, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο για τα αμερικανικά συμφέροντα.
Ο ρόλος του Μαρκ Ρούτε και η ευρωπαϊκή «υποχώρηση»
Καθοριστική υπήρξε η παρέμβαση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, ο οποίος επιχείρησε να αποτρέψει ρήξη ΗΠΑ–Ευρώπης. Μετά από διαδοχικές τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Τραμπ και Ευρωπαίους ηγέτες, προώθησε κοινή δήλωση στις 19 Μαρτίου.
Στη δήλωση αυτή, χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο εξέφρασαν προθυμία να συμβάλουν στη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας, χωρίς όμως να δεσμεύονται για άμεση στρατιωτική εμπλοκή.
Η δήλωση φέρεται να συντάχθηκε υπό πίεση, με αξιωματούχους να περιγράφουν τον Τραμπ ως ιδιαίτερα εκνευρισμένο από τη στάση των συμμάχων.
Σενάρια αποχώρησης των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ
Η κρίση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη διάσταση, καθώς ο Τραμπ δηλώνει ότι εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο αποχώρησης των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ. Η προοπτική αυτή, εάν επιβεβαιωθεί, θα σηματοδοτήσει ιστορική καμπή για τη δυτική συμμαχία και την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Κιρ Στάρμερ επιχειρεί να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους, ανακοινώνοντας συνομιλίες μεταξύ 35 χωρών για τη δημιουργία διεθνούς δύναμης που θα αναλάβει δράση στα Στενά του Ορμούζ μετά την παύση των εχθροπραξιών.
Ενεργειακός ανταγωνισμός και πιέσεις στην Ουκρανία
Ο πόλεμος έχει ήδη προκαλέσει έντονο ανταγωνισμό για κρίσιμα οπλικά συστήματα, όπως οι πύραυλοι PAC-3 των συστημάτων Patriot, που χρησιμοποιούνται τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στην Ουκρανία.
Η πιθανότητα ανακατεύθυνσης αυτών των πόρων ενισχύει την αβεβαιότητα για το Κίεβο, την ώρα που η σύγκρουση με τη Ρωσία παραμένει ενεργή.
Κλιμάκωση στο πεδίο και αντιπαράθεση αφηγήσεων
Στο στρατιωτικό μέτωπο, το Ιράν προχώρησε σε μαζική επίθεση κατά του Ισραήλ, εκτοξεύοντας επτά κύματα βαλλιστικών πυραύλων, σε μία από τις μεγαλύτερες επιθέσεις μέχρι σήμερα.
Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν, με ανοιχτή επιστολή προς τον αμερικανικό λαό, κατηγορεί το Ισραήλ ότι κατασκεύασε την «ιρανική απειλή» και υποστηρίζει ότι η Τεχεράνη βρίσκεται σε θέση άμυνας.
Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ουάσιγκτον και θέτει το δίλημμα μεταξύ σύγκρουσης και συνεργασίας, προειδοποιώντας για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της κλιμάκωσης.
Ένα πολυεπίπεδο ρήγμα στη Δύση
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εξελίσσεται σε κρίση συνοχής για τη Δύση. Οι πιέσεις Τραμπ, η διστακτικότητα της Ευρώπης και η σύνδεση του Ορμούζ με την Ουκρανία δημιουργούν ένα σύνθετο γεωπολιτικό παζλ.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο, καθώς οι αποφάσεις της Ουάσιγκτον θα καθορίσουν όχι μόνο την πορεία του πολέμου, αλλά και το μέλλον της διατλαντικής συμμαχίας.





