Μία νέα περιπέτεια φέρνει στο προσκήνιο την Ιωάννα Τούνη, η οποία συνελήφθη στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας έπειτα από μήνυση που υπέβαλε σε βάρος της ένας από τους καταδικασθέντες για την υπόθεση revenge porn που την είχε συγκλονίσει τα προηγούμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, το περιστατικό που οδήγησε στις εξελίξεις σημειώθηκε το βράδυ της Παρασκευής 3 Απριλίου 2026, όταν η γνωστή influencer βρέθηκε σε κατάστημα διασκέδασης και ήρθε αντιμέτωπη με έναν από τους δύο άνδρες που είχαν εμπλακεί στην υπόθεση.
Η συνάντηση στο νυχτερινό κατάστημα και η αντίδραση
Η παρουσία του συγκεκριμένου άνδρα στον ίδιο χώρο προκάλεσε έντονη αναστάτωση στην Ιωάννα Τούνη, η οποία φέρεται να ζήτησε επανειλημμένα από τους υπεύθυνους του καταστήματος να τον απομακρύνουν. Το αίτημα δεν ικανοποιήθηκε, με αποτέλεσμα η ίδια να αποφασίσει τελικά να αποχωρήσει από τον χώρο μαζί με την παρέα της.
Πριν φύγει, ωστόσο, προχώρησε σε μία κίνηση που έμελλε να πυροδοτήσει τη συνέχεια: κατέγραψε βίντεο του άνδρα και το ανήρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποκαλύπτοντας το πρόσωπο και το όνομά του.
Η μήνυση και η διαδικασία του αυτοφώρου
Μετά τη δημοσιοποίηση του βίντεο, ο άνδρας υπέβαλε μήνυση σε βάρος της για συκοφαντική δυσφήμιση. Η εξέλιξη αυτή ενεργοποίησε τη διαδικασία του αυτοφώρου, με τις αρχές να αναζητούν την influencer.
Το μεσημέρι του Σαββάτου 4 Απριλίου 2026, η Ιωάννα Τούνη παρουσιάστηκε αυτοβούλως στο Αστυνομικό Τμήμα Λευκού Πύργου, όπου και συνελήφθη.
Η δημόσια τοποθέτηση της Ιωάννας Τούνη
Σε ανάρτησή της στα social media, η ίδια περιέγραψε τη δική της εκδοχή για το περιστατικό, εκφράζοντας την έντονη ενόχλησή της για την παρουσία του συγκεκριμένου άνδρα στον ίδιο χώρο.
Όπως ανέφερε, βγήκε για να διασκεδάσει με φίλους της, όταν αντιλήφθηκε ότι «στη διπλανή παρέα διασκέδαζε επιδεικτικά» ο άνθρωπος που είχε εμπλακεί στην υπόθεση του revenge porn. Υποστήριξε ότι ζήτησε από τους υπεύθυνους να τον απομακρύνουν, χωρίς αποτέλεσμα, γεγονός που την οδήγησε στην αποχώρηση.
Η υπόθεση αναμένεται να πάρει τον δρόμο της Δικαιοσύνης, επαναφέροντας στο προσκήνιο τα όρια ανάμεσα στην προσωπική έκφραση στα κοινωνικά δίκτυα και την προστασία της προσωπικότητας, ακόμη και σε περιπτώσεις που συνδέονται με παλαιότερες καταδικαστικές αποφάσεις.




