24 Μάι 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Δημοσκόπηση του Politico: Οι Ευρωπαίοι φοβούνται περισσότερο τον Τραμπ παρά την Κίνα

Δημοσκόπηση του Politico: Οι Ευρωπαίοι φοβούνται περισσότερο τον Τραμπ παρά την Κίνα

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2025 φαίνεται να επιταχύνει μια ιστορική μετατόπιση στις αντιλήψεις των Ευρωπαίων για τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Σύμφωνα με νέα έρευνα του Politico, η εικόνα της Ουάσινγκτον ως εγγυητή της ευρωπαϊκής ασφάλειας υποχωρεί, ενώ ενισχύεται μια πιο σκοτεινή εκτίμηση: η Αμερική αντιμετωπίζεται πλέον από σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης ως δυνητική απειλή.

Το εύρημα αυτό αντανακλά μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης, η οποία διαπερνά τις κοινωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την ασφάλεια, τη γεωπολιτική και το ίδιο το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Πώς φτάσαμε εδώ: η δεύτερη προεδρία Τραμπ και η διάρρηξη της διατλαντικής σχέσης

Από την ανάληψη της εξουσίας τον Ιανουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει κινηθεί με τρόπο που επαναπροσδιορίζει ριζικά τη διατλαντική σχέση. Οι αμφισβητήσεις του για τη δέσμευση των ΗΠΑ στο NATO, οι απειλές προσάρτησης της Γροιλανδίας και ακόμη και του Καναδά, η επιβολή δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα και –κυρίως– η έναρξη πολέμου με το Ιράν χωρίς τη στήριξη των Ευρωπαίων συμμάχων, συνθέτουν ένα νέο, απρόβλεπτο τοπίο.

Η Ευρώπη, που για δεκαετίες οικοδόμησε την ασφάλειά της πάνω στην αμερικανική ομπρέλα, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που θυμίζει περισσότερο γεωπολιτική ρευστότητα παρά σταθερότητα. Το αποτέλεσμα είναι μια σταδιακή αλλά σαφής αποσύνδεση στο επίπεδο της εμπιστοσύνης.

Τα στοιχεία της έρευνας: η Αμερική ως απειλή

Τα ευρήματα της έρευνας είναι αποκαλυπτικά:

Μόλις το 12% των ερωτηθέντων σε έξι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο, Πολωνία) θεωρούν τις ΗΠΑ «στενό σύμμαχο». Αντίθετα, το 36% τις αντιλαμβάνεται ως απειλή.

Το στοιχείο που εντυπωσιάζει ακόμη περισσότερο είναι ότι η Αμερική καταγράφεται ως μεγαλύτερη απειλή από την Κίνα – μια χώρα που τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται συστηματικά ως στρατηγικός ανταγωνιστής της Δύσης. Μόλις το 29% των Ευρωπαίων βλέπει το Πεκίνο ως απειλή, έναντι του 36% που βλέπει την Ουάσινγκτον με τον ίδιο τρόπο.

Η ανατροπή αυτή της ιεράρχησης των απειλών σηματοδοτεί μια βαθιά αλλαγή στη γεωπολιτική συνείδηση των Ευρωπαίων πολιτών.

Οι εθνικές διαφοροποιήσεις: μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων

Παρά τη γενική τάση, οι αντιλήψεις διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα.

Η Ισπανία εμφανίζεται ως η πιο επικριτική απέναντι στις ΗΠΑ, με το 51% των πολιτών να θεωρεί την Ουάσινγκτον απειλή. Η στάση αυτή συνδέεται άμεσα με την πολιτική επιλογή της Μαδρίτης να αντιταχθεί στον πόλεμο κατά του Ιράν, γεγονός που την έφερε σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Τραμπ.

Στην Ιταλία, το 46% συμμερίζεται την ίδια άποψη, ενώ στο Βέλγιο το ποσοστό φτάνει το 42%. Στη Γαλλία και τη Γερμανία, οι αριθμοί είναι χαμηλότεροι αλλά παραμένουν σημαντικοί (37% και 30% αντίστοιχα).

Η Πολωνία αποτελεί την εξαίρεση. Μόλις το 13% των Πολωνών βλέπει τις ΗΠΑ ως απειλή, γεγονός που αντανακλά τη γεωγραφική και στρατηγική της θέση απέναντι στη Ρωσία. Για τη Βαρσοβία, η αμερικανική παρουσία παραμένει βασικός πυλώνας ασφάλειας.

Η Ρωσία ως σταθερός εχθρός

Παρά τις μεταβολές στις αντιλήψεις για τις ΗΠΑ, η Ρωσία εξακολουθεί να θεωρείται η κυρίαρχη απειλή. Το 70% των ερωτηθέντων τη χαρακτηρίζει εχθρό, γεγονός που αποτυπώνει τη σταθερότητα αυτής της αντίληψης, ακόμη και μέσα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί μια ιδιότυπη διπλή πίεση για την Ευρώπη: από τη μία πλευρά, η ανάγκη αποτροπής της Ρωσίας· από την άλλη, η μείωση της εμπιστοσύνης στον παραδοσιακό σύμμαχο που εγγυόταν αυτή την αποτροπή.

Η στρατηγική αυτονομία ως απάντηση

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα της «στρατηγικής αυτονομίας» αποκτά νέα δυναμική. Το 86% των Ευρωπαίων συμφωνεί ότι η Ευρώπη πρέπει να αναπτύξει δικές της αμυντικές ικανότητες, ενώ το 69% στηρίζει τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού στρατού.

Η στήριξη αυτή δεν περιορίζεται σε επίπεδο ρητορικής. Αντικατοπτρίζει μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι η εξάρτηση από τις ΗΠΑ ενδέχεται να μην είναι πλέον βιώσιμη.

Ωστόσο, η μετάβαση αυτή δεν είναι απλή. Η δημιουργία μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής άμυνας προϋποθέτει πολιτική βούληση, οικονομικούς πόρους και –κυρίως– κοινωνική αποδοχή.

Η αντίφαση: στήριξη στην άμυνα χωρίς προσωπικό κόστος

Εδώ αναδεικνύεται η πιο ενδιαφέρουσα αντίφαση της έρευνας.

Από τη μία πλευρά, οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται πρόθυμοι να στηρίξουν την άμυνα των συμμάχων: το 76% θα υποστήριζε την αποστολή στρατευμάτων για την υπεράσπιση ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, ενώ το ποσοστό ανεβαίνει στο 81% όταν πρόκειται για χώρα της ΕΕ.

Από την άλλη πλευρά, όταν το ερώτημα γίνεται προσωπικό, η εικόνα αλλάζει δραματικά. Μόλις το 19% δηλώνει πρόθυμο να πολεμήσει σε περίπτωση επίθεσης στη χώρα του. Το 47% προτιμά να συνεισφέρει με μη μάχιμους ρόλους, ενώ ένα 12% θα εξέταζε ακόμη και το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει τη χώρα.

Η απόσταση ανάμεσα στη συλλογική στάση και την ατομική προθυμία υπογραμμίζει ένα κρίσιμο πρόβλημα: η πολιτική συναίνεση δεν μεταφράζεται εύκολα σε κοινωνική κινητοποίηση.

Η μάχη των προϋπολογισμών: ποιος πληρώνει για την άμυνα;

Η συζήτηση για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας σκοντάφτει στο ζήτημα της χρηματοδότησης.

Οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται διχασμένοι: το 37% θεωρεί ότι οι αμυντικές δαπάνες είναι επαρκείς, ένα ίδιο ποσοστό πιστεύει ότι είναι ανεπαρκείς, ενώ το 22% τις θεωρεί ήδη υπερβολικές.

Οι διαφορές μεταξύ των χωρών είναι έντονες. Στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ισπανία κυριαρχεί η άποψη ότι απαιτείται αύξηση των δαπανών. Αντίθετα, στην Ιταλία ένα σημαντικό ποσοστό θεωρεί ότι οι δαπάνες είναι ήδη υπερβολικές.

Η Πολωνία, που δαπανά σχεδόν το 5% του ΑΕΠ της για την άμυνα –το υψηλότερο ποσοστό στο ΝΑΤΟ– εμφανίζεται πιο ικανοποιημένη με το υπάρχον επίπεδο.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία: μια Ευρώπη διχασμένη

Η υποστήριξη προς την Ουκρανία αποτελεί ακόμη ένα πεδίο διχασμού.

Το 34% των Ευρωπαίων θεωρεί ότι η βοήθεια δεν είναι αρκετή, το 31% ότι είναι επαρκής και το 30% ότι είναι υπερβολική. Οι αποκλίσεις μεταξύ των χωρών είναι έντονες και συνδέονται άμεσα με το επίπεδο εμπλοκής κάθε χώρας.

Η Γερμανία, ως ο μεγαλύτερος ευρωπαϊκός υποστηρικτής της Ουκρανίας, εμφανίζει υψηλά ποσοστά υπέρ της περαιτέρω ενίσχυσης. Αντίθετα, στην Ιταλία κυριαρχεί η άποψη ότι η Ευρώπη κάνει ήδη πάρα πολλά.

Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι η ευρωπαϊκή ενότητα στο ουκρανικό ζήτημα παραμένει εύθραυστη.

Υποχρεωτική θητεία και κοινωνική συμμετοχή

Η ανάγκη ενίσχυσης των ενόπλων δυνάμεων φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για την υποχρεωτική θητεία.

Στη Γερμανία, το 78% στηρίζει την επαναφορά κάποιας μορφής υποχρεωτικής υπηρεσίας, είτε στρατιωτικής είτε πολιτικής. Στο Βέλγιο, το ποσοστό φτάνει το 76%, ενώ στην Ιταλία και την Ισπανία οι απόψεις είναι πιο διχασμένες.

Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο την άμυνα. Αγγίζει βαθύτερα ζητήματα κοινωνικής συνοχής και σχέσης των πολιτών με το κράτος.

Μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα

Τα ευρήματα της έρευνας σκιαγραφούν μια Ευρώπη που βρίσκεται σε μεταβατική φάση.

Η μετατόπιση της αντίληψης για τις ΗΠΑ από σύμμαχο σε πιθανή απειλή δεν σημαίνει απαραίτητα ρήξη. Σηματοδοτεί όμως την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της σχέσης.

Η Ευρώπη καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε τρεις πραγματικότητες: την παραδοσιακή εξάρτηση από τις ΗΠΑ, την ανάγκη αντιμετώπισης της Ρωσίας και την επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας.

Το πολιτικό στοίχημα για την Ευρώπη

Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι στρατιωτική αλλά πολιτική.

Οι κυβερνήσεις καλούνται να πείσουν τους πολίτες να στηρίξουν μια πιο φιλόδοξη αμυντική πολιτική, σε μια περίοδο όπου οι κοινωνίες εμφανίζονται κουρασμένες από κρίσεις και επιφυλακτικές απέναντι σε νέες θυσίες.

Η αντίφαση ανάμεσα στη θεωρητική στήριξη και την πρακτική απροθυμία αποτελεί τον πυρήνα αυτού του προβλήματος.

Το τέλος της αμερικανικής «ομπρέλας»;

Το ερώτημα που αναδύεται είναι αν η Ευρώπη εισέρχεται σε μια εποχή όπου η αμερικανική εγγύηση ασφάλειας δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.

Η απάντηση δεν είναι ακόμη σαφής. Ωστόσο, η αλλαγή στην κοινή γνώμη αποτελεί έναν από τους πιο αξιόπιστους προπομπούς πολιτικών εξελίξεων.

Αν η τάση αυτή παγιωθεί, η Ευρώπη θα βρεθεί μπροστά σε μια ιστορική επιλογή: είτε θα επενδύσει αποφασιστικά στην αυτονομία της είτε θα προσπαθήσει να αναδιαπραγματευτεί τη σχέση της με μια Αμερική που έχει αλλάξει.

Συμπέρασμα: η Ευρώπη σε αναζήτηση ταυτότητας

Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας ηπείρου που αναζητά τον ρόλο της σε έναν κόσμο που αλλάζει.

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ λειτουργεί ως καταλύτης, επιταχύνοντας εξελίξεις που είχαν ήδη ξεκινήσει. Η αμφισβήτηση της διατλαντικής σχέσης, η ενίσχυση της ιδέας της στρατηγικής αυτονομίας και οι εσωτερικές αντιφάσεις των ευρωπαϊκών κοινωνιών συνθέτουν ένα σύνθετο τοπίο.

Η Ευρώπη δεν βρίσκεται ακόμη σε ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Βρίσκεται όμως σε μια διαδικασία αναθεώρησης, η οποία ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστική για το μέλλον της.

Σε αυτό το πλαίσιο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο τι σημαίνει η Αμερική για την Ευρώπη. Είναι τι θέλει να γίνει η ίδια η Ευρώπη.

Δείτε επίσης