Η συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Λιβάνου στην Ουάσιγκτον, υπό την αιγίδα της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ και με τη συμμετοχή του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, παρουσιάστηκε ως ένα «ιστορικό ορόσημο».
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, οι δύο πλευρές προχώρησαν σε άμεσες συνομιλίες, με κοινή δήλωση που έκανε λόγο για «παραγωγικές συζητήσεις» και πρόθεση έναρξης διαπραγματεύσεων.
Η Ουάσιγκτον χαιρέτισε την εξέλιξη, εκφράζοντας στήριξη σε μια διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σταθεροποίηση της κατάστασης, καθώς και στην ενίσχυση της κρατικής εξουσίας στον Λίβανο, με περιορισμό της επιρροής του Ιράν.
Στρατιωτική ένταση λίγες ώρες μετά
Ωστόσο, το κλίμα που επιχειρήθηκε να διαμορφωθεί ανατράπηκε σχεδόν άμεσα. Λίγες ώρες μετά τη συνάντηση, ο ισραηλινός στρατός προχώρησε σε επείγουσα προειδοποίηση προς τους κατοίκους του νότιου Λιβάνου να απομακρυνθούν, ενόψει αεροπορικών επιθέσεων κατά της Χεζμπολάχ.
Ο εκπρόσωπος του ισραηλινού στρατού κάλεσε τους αμάχους να κινηθούν βόρεια του ποταμού Ζαχράνι, υπογραμμίζοντας ότι οι επιχειρήσεις βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη.
Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε το χάσμα μεταξύ διπλωματικών δηλώσεων και πραγματικότητας στο πεδίο.
Οι στόχοι των ΗΠΑ και οι γεωπολιτικές επιδιώξεις
Σύμφωνα με την κοινή γραμμή που προωθήθηκε, οι βασικοί άξονες της πρωτοβουλίας περιλάμβαναν:
- Την αποκατάσταση του μονοπωλίου της κρατικής βίας στον Λίβανο, μέσω του αφοπλισμού της Χεζμπολάχ και της ενίσχυσης των κρατικών θεσμών.
- Την διπλωματική απομόνωση του Ιράν, που θεωρείται βασικός υποστηρικτής της οργάνωσης.
- Την ενίσχυση της λιβανικής κυβέρνησης με διεθνή στήριξη, ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο στο εσωτερικό της χώρας.
Η πραγματικότητα στο εσωτερικό του Λιβάνου
Η εφαρμογή αυτών των στόχων συναντά σοβαρά εμπόδια. Ο στρατός του Λιβάνου παραμένει περιορισμένων δυνατοτήτων, χωρίς βαρέα οπλικά συστήματα, αεροπορία και επαρκή μέσα αεράμυνας.
Αντίθετα, η Χεζμπολάχ διατηρεί σημαντική στρατιωτική ισχύ και οργανωτική συνοχή. Διαθέτει δομές που λειτουργούν αποκεντρωμένα, με τοπικούς διοικητές να επιχειρούν αυτόνομα, στοιχείο που ενισχύει την ανθεκτικότητά της ακόμη και σε συνθήκες πίεσης.
Παράλληλα, η κοινωνική της επιρροή στο εσωτερικό του Λιβάνου καθιστά εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε προσπάθεια άμεσης σύγκρουσης από τον κρατικό μηχανισμό, χωρίς τον κίνδυνο ευρύτερης αποσταθεροποίησης.
Το πεδίο των επιχειρήσεων και ο κίνδυνος παρατεταμένης σύγκρουσης
Στο νότιο Λίβανο, το επιχειρησιακό περιβάλλον ευνοεί την άμυνα. Το ορεινό ανάγλυφο, σε συνδυασμό με ένα εκτεταμένο δίκτυο υπόγειων εγκαταστάσεων και οχυρώσεων, δημιουργεί συνθήκες που δυσχεραίνουν την πλήρη στρατιωτική επικράτηση.
Η Χεζμπολάχ αξιοποιεί τοπική γνώση και υποδομές που έχουν αναπτυχθεί επί σειρά ετών, μετατρέποντας οικισμούς σε ισχυρά αμυντικά σημεία. Η κατάσταση αυτή ενισχύει τον κίνδυνο ενός πολέμου φθοράς, με αυξανόμενο κόστος για όλες τις πλευρές.
Περιορισμένες προοπτικές άμεσης ειρήνευσης
Υπό αυτά τα δεδομένα, η προοπτική μιας ουσιαστικής συμφωνίας μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου παραμένει αβέβαιη. Η απουσία βασικών παραγόντων ισχύος από τη διαπραγματευτική διαδικασία, όπως η Χεζμπολάχ και το Ιράν, περιορίζει τις πιθανότητες για μια βιώσιμη λύση.
Η ειρήνη στην περιοχή φαίνεται να εξαρτάται περισσότερο από μια ευρύτερη περιφερειακή ισορροπία, παρά από μεμονωμένες διπλωματικές πρωτοβουλίες. Μέχρι τότε, η απόσταση ανάμεσα στις πολιτικές δηλώσεις και την πραγματικότητα στο πεδίο παραμένει σημαντική.






