Η στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν μετατρέπεται σε σοβαρό γεωοικονομικό σοκ, καθώς η ένταση στη Μέση Ανατολή πλήττει την καρδιά του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος. Το ενδεχόμενο που ανησυχούσε τις αγορές ήδη από τα τέλη του 2023 παίρνει πλέον μορφή πραγματικότητας: μια ευρύτερη περιφερειακή κρίση που απειλεί τις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου προς την παγκόσμια αγορά.
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα τέταρτο των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, έχει ήδη περιορίσει σημαντικά την προσφορά ενέργειας, προκαλώντας έντονες αναταράξεις στις τιμές.
Εκτίναξη τιμών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο
Η άμεση συνέπεια της γεωπολιτικής κρίσης είναι η απότομη άνοδος των τιμών ενέργειας στις διεθνείς αγορές. Η τιμή του πετρελαίου Brent για παράδοση τον Μάιο ξεπέρασε τα 90 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας αύξηση περίπου 25% σε σχέση με τα επίπεδα της 27ης Φεβρουαρίου, δηλαδή πριν την έναρξη της επίθεσης κατά του Ιράν.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η αναταραχή στην αγορά φυσικού αερίου. Ο ευρωπαϊκός δείκτης αναφοράς στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ (TTF) εκτινάχθηκε περίπου κατά 70%, με τα συμβόλαια παράδοσης Απριλίου να διαπραγματεύονται στα 54 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από 32 ευρώ λίγες ημέρες πριν.
Η ισχυρότερη άνοδος στο φυσικό αέριο συνδέεται με την ήδη περιορισμένη ισορροπία προσφοράς και ζήτησης που επικρατούσε στην αγορά πριν ξεσπάσει η κρίση. Αντίθετα, στην αγορά πετρελαίου υπήρχαν υψηλότερα αποθέματα και συνθήκες σχετικής υπερπροσφοράς.
Οι εναλλακτικές διαδρομές πετρελαίου
Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, ορισμένες δυνατότητες παράκαμψης των Στενών του Ορμούζ περιορίζουν εν μέρει τον κίνδυνο πλήρους ενεργειακής ασφυξίας. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαθέτουν αγωγούς που επιτρέπουν τη μεταφορά σημαντικών ποσοτήτων πετρελαίου προς την Ερυθρά Θάλασσα και το Ομάν αντίστοιχα.
Επιπλέον, το Ριάντ διατηρεί μεγάλες αποθήκες πετρελαίου σε διάφορες περιοχές του κόσμου, γεγονός που μπορεί να λειτουργήσει ως προσωρινό «μαξιλάρι» για την αγορά σε περίπτωση παρατεταμένων διαταραχών.
Πίεση σε Ευρώπη και ασιατικές οικονομίες
Οι μεγαλύτερες επιπτώσεις αναμένεται να καταγραφούν στις οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ενέργειας. Η Ευρώπη, αλλά και μεγάλες ασιατικές οικονομίες όπως η Κίνα, η Ιαπωνία και η Ινδία βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της πίεσης.
Η αύξηση των τιμών ενέργειας μεταφράζεται άμεσα σε υψηλότερο κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Οι καταναλωτές επιβαρύνονται με ακριβότερη ενέργεια και πιθανές ανατιμήσεις σε αγαθά και υπηρεσίες, γεγονός που περιορίζει την αγοραστική δύναμη και τη συνολική ζήτηση.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος παραγωγής. Στην Ευρώπη το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο, καθώς το ενεργειακό κόστος παραμένει σημαντικά υψηλότερο σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, δημιουργώντας νέες πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Ο παράγοντας διάρκειας του πολέμου
Το εύρος των οικονομικών επιπτώσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια της σύγκρουσης και από το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα παραμείνει περιορισμένη η διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το κρίσιμο όριο είναι περίπου ένας μήνας. Εάν η κρίση αποκλιμακωθεί μέσα σε τέσσερις ή πέντε εβδομάδες, το πλήγμα στις αγορές ενέργειας ενδέχεται να παραμείνει διαχειρίσιμο. Αντίθετα, μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να οδηγήσει σε βαθύτερη ενεργειακή κρίση.
Ο κίνδυνος νέου πληθωριστικού κύματος
Η εμπειρία από την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δείχνει πόσο γρήγορα οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας μεταφέρονται στο σύνολο της οικονομίας.
Στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε τον Φεβρουάριο στο 1,9%, εντός του στόχου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η συγκράτηση του δείκτη οφειλόταν κυρίως στη μείωση των τιμών ενέργειας κατά 3,1% σε ετήσια βάση, την ώρα που οι τιμές υπηρεσιών αυξάνονταν κατά 3,4% και των τροφίμων κατά 2,6%.
Η εικόνα αυτή θα μπορούσε να ανατραπεί εάν η νέα ενεργειακή κρίση οδηγήσει σε γενικευμένες ανατιμήσεις, επαναφέροντας πληθωριστικές πιέσεις σε μια οικονομία που μόλις είχε αρχίσει να σταθεροποιείται.
Σε επιφυλακή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
Στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επικρατεί αυξημένη εγρήγορση για το ενδεχόμενο δευτερογενών πληθωριστικών επιπτώσεων. Το θέμα αναμένεται να συζητηθεί στη συνεδρίαση νομισματικής πολιτικής της 19ης Μαρτίου.
Ο πρόεδρος της γερμανικής Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, δήλωσε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα εξετάσει τα νέα δεδομένα πριν αποφασίσει αν η τρέχουσα νομισματική στάση παραμένει επαρκής ή αν απαιτούνται παρεμβάσεις.
Παρότι άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αλλαγών στη νομισματική πολιτική, σημείωσε ότι είναι ακόμη νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα. Μέχρι στιγμής οι αγορές δεν προεξοφλούν αύξηση επιτοκίων στη συνεδρίαση του Μαρτίου, ωστόσο η εξέλιξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή μπορεί να μεταβάλει γρήγορα τις εκτιμήσεις.






