Παρά το γεγονός ότι το Ιράν διατηρεί επί χρόνια πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις με αρκετές χώρες, η σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ αποκάλυψε μια βασική αδυναμία της ιρανικής διπλωματίας: Την απουσία πραγματικών συμμάχων πρόθυμων να παρέμβουν ενεργά υπέρ του. Όπως αναφέρει δημοσίευμα των N. Y Times στην πράξη, οι περισσότερες χώρες που διατηρούν δεσμούς με την Τεχεράνη περιορίζονται σε δηλώσεις και διπλωματικές τοποθετήσεις, χωρίς ουσιαστική στρατιωτική ή πολιτική στήριξη.
Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει τη φύση των διεθνών σχέσεων του Ιράν, οι οποίες βασίζονται κυρίως σε συναλλακτικές συνεργασίες και όχι σε δεσμευτικές συμμαχίες. Παρότι χώρες όπως η Τουρκία, η Ινδία, η Ρωσία και η Κίνα συνεργάζονται με την Τεχεράνη σε διάφορα επίπεδα, καμία δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να εμπλακεί άμεσα σε έναν πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Η Τουρκία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ισορροπίας. Διατηρεί μακροχρόνιες οικονομικές και διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν και μοιράζεται μαζί του ένα εκτεταμένο σύνορο περίπου 480 χιλιομέτρων. Παράλληλα όμως είναι μέλος του ΝΑΤΟ και φιλοξενεί αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Η Άγκυρα καταδίκασε τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου, αλλά ταυτόχρονα αποφεύγει οποιαδήποτε εμπλοκή στη σύγκρουση. Για την Τουρκία, το βασικό ζήτημα είναι η αποτροπή αποσταθεροποίησης στο Ιράν, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει προσφυγικά κύματα και περιφερειακή αστάθεια αντίστοιχη με εκείνη που προκάλεσαν οι πόλεμοι σε Ιράκ και Συρία.
Παρόμοια είναι η στάση της Ινδίας, η οποία διατηρεί οικονομικές σχέσεις με το Ιράν, κυρίως στο εμπόριο τροφίμων και φαρμάκων, ενώ έχει επενδύσει και στο λιμάνι Τσαμπαχάρ ως εναλλακτική εμπορική διαδρομή προς την Κεντρική Ασία. Ωστόσο η σχέση αυτή είναι καθαρά πρακτική και δεν συνοδεύεται από στρατηγική ταύτιση. Η Ινδία έχει ταυτόχρονα αναπτύξει στενές στρατιωτικές σχέσεις με το Ισραήλ και αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα ισραηλινών όπλων τα τελευταία χρόνια. Η διπλωματική ισορροπία που επιδιώκει το Νέο Δελχί σημαίνει ότι θα αποφύγει κάθε εμπλοκή στη σύγκρουση.
Ανάλογη είναι και η στάση της Κίνας. Το Πεκίνο είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος του Ιράν και αγοράζει μεγάλες ποσότητες ιρανικού πετρελαίου σε χαμηλές τιμές λόγω των αμερικανικών κυρώσεων. Ωστόσο η κινεζική κυβέρνηση περιορίζεται σε εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση και σε διπλωματικές πρωτοβουλίες διαμεσολάβησης. Η Κίνα δεν επιθυμεί να συγκρουστεί άμεσα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου επιχειρεί να διατηρήσει εύθραυστες ισορροπίες στις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον.
Η Ρωσία θεωρείται ίσως ο πιο στενός κρατικός εταίρος του Ιράν, ιδιαίτερα μετά τη συνεργασία τους στον πόλεμο της Συρίας και τη στρατιωτική συνεργασία που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία, όπου η Μόσχα χρησιμοποίησε ιρανικά drones. Παρά τη σύναψη συμφωνίας στρατηγικής συνεργασίας το 2025, η συμφωνία δεν περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής. Η Ρωσία έχει προσφέρει περιορισμένη στρατιωτική βοήθεια και κυρίως διπλωματική υποστήριξη σε διεθνή φόρα, χωρίς να εμπλακεί άμεσα.
Ακόμη και οι μη κρατικοί σύμμαχοι του Ιράν στη Μέση Ανατολή έχουν περιορισμένες δυνατότητες να επηρεάσουν την πορεία του πολέμου.
Το αποτέλεσμα είναι ότι το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια σύγκρουση χωρίς ουσιαστική εξωτερική στρατιωτική υποστήριξη. Οι διεθνείς του σχέσεις αποδεικνύονται περισσότερο ευκαιριακές παρά συμμαχικές, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την ικανότητά του να αντισταθμίσει την πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.








