Σε μια περίοδο όπου η πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή προκαλεί αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, κάθε πρωτοβουλία που στοχεύει στον περιορισμό των ανατιμήσεων με τις οποίες βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη η ελληνική κοινωνία αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη. Η απόφαση της κυβέρνησης για επιβολή πλαφόν στο περιθώριο κέρδους σε καύσιμα και βασικά αγαθά κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς επιχειρεί να προστατεύσει τόσο τον καταναλωτή όσο και τη συνολική λειτουργία της οικονομίας.
Του Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, Προέδρου Ε.Ε.Α, Επίτιμου Διδάκτορα ΠΑ.ΠΕΙ. & Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
Η παρέμβαση αυτή μπορεί να συμβάλει στην ανάσχεση φαινομένων υπερβολικών αυξήσεων τιμών και να στείλει ένα σαφές μήνυμα ότι η πολιτεία παρακολουθεί την αγορά και είναι έτοιμη να δράσει όταν απαιτείται. Ωστόσο, όπως έχει αποδείξει πολλές φορές η εμπειρία, η επιτυχία ενός τέτοιου μέτρου δεν εξαρτάται μόνο από την ανακοίνωσή του, αλλά κυρίως από την αποτελεσματική εφαρμογή του.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το μέτρο έχει σωστή στόχευση, αλλά αν όντως θα λειτουργήσει στην πράξη. Και βέβαια απαιτείται και ένας αξιόπιστος μηχανισμός ελέγχου και εποπτείας της αγοράς..
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις γνωρίζουν πολύ καλά ότι η διατήρηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα της αγοράς. Όταν τα νοικοκυριά περιορίζουν τις δαπάνες τους λόγω της ακρίβειας, οι πρώτοι που επηρεάζονται είναι οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Για τον λόγο αυτό, η προστασία του καταναλωτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας αλλά αποτελεί κοινό στόχο.
Παρά τη θετική κατεύθυνση των μέτρων που ανακοινώθηκαν, είναι σαφές ότι από μόνα τους δεν αρκούν για να αντιμετωπιστούν οι πιέσεις που δέχονται τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι επιχειρήσεις. Η πραγματική οικονομία χρειάζεται ένα ευρύτερο πλέγμα παρεμβάσεων που θα ενισχύσει τη σταθερότητα της αγοράς και θα στηρίξει την κοινωνική συνοχή.
Σε αυτό το πλαίσιο, παραμένει ιδιαίτερα σημαντική η υιοθέτηση στοχευμένων πολιτικών που μπορούν να μειώσουν άμεσα το κόστος για καταναλωτές και επιχειρήσεις. Η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα και η μείωση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά, ιδίως στα τρόφιμα, αποτελούν παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να συμβάλουν ουσιαστικά στη συγκράτηση των τιμών. Παράλληλα, τέτοιες κινήσεις θα ενίσχυαν την αγοραστική δύναμη των πολιτών και θα έδιναν νέα ώθηση στην κατανάλωση.
Ταυτόχρονα, το διεθνές περιβάλλον παραμένει ιδιαίτερα ασταθές. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις και η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές ενέργειας επηρεάζουν άμεσα το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και τη διαμόρφωση των τιμών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η οικονομική πολιτική οφείλει να είναι προληπτική και ευέλικτη, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί γρήγορα σε νέες πιέσεις που ενδέχεται να προκύψουν.
Εξίσου σημαντική είναι και η ανάγκη ενίσχυσης της βιωσιμότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η θέσπιση μιας νέας ρύθμισης οφειλών με έως 120 δόσεις, με ρεαλιστικούς όρους και προϋποθέσεις, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ουσιαστικό εργαλείο στήριξης για χιλιάδες επαγγελματίες. Μια τέτοια πρωτοβουλία θα έδινε τη δυνατότητα σε πολλές επιχειρήσεις να τακτοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους και να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους χωρίς τον ασφυκτικό κίνδυνο συσσώρευσης χρεών.
Η στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας δεν αποτελεί μόνο οικονομική επιλογή. Είναι και ζήτημα κοινωνικής ισορροπίας. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δημιουργούν θέσεις εργασίας, στηρίζουν την τοπική οικονομία και συμβάλλουν καθοριστικά στη συνοχή της κοινωνίας.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για την αντιμετώπιση της ακρίβειας πρέπει να συνδυάζεται με μια συνολική στρατηγική που θα προστατεύει τον καταναλωτή, θα διασφαλίζει τη λειτουργία της αγοράς και θα ενισχύει τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Μόνο μέσα από στοχευμένες και ισορροπημένες παρεμβάσεις μπορεί να διαμορφωθεί ένα περιβάλλον σταθερότητας που θα ωφελήσει τόσο την οικονομία όσο και την κοινωνία συνολικά.






