Γράφει ο Βαγγέλης Βιτζηλαίος, Συντονιστής Κύκλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Αναλύσεων Ινστιτούτου ΕΝΑ, υποψήφιος διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πειραιώς
Τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται από τηνέναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, η οποία αποτελεί την πλέον πολύνεκρη σύγκρουση στην ευρωπαϊκή ήπειρο μετά το 1945 και το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου του 2022, οκτώ χρόνια μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, νοτιοανατολικά της χώρας,σηματοδότησε μια σειρά ανατροπών στην παγκόσμια τάξηκαι εγκαινίασε μια πολεμική σύγκρουση με αβέβαιο χρονικό ορίζοντα, διαμορφώνοντας παράλληλα μια «άλλη» Ευρώπη.
Απολογισμός και απώλειες
Ανακοινώνοντας την έναρξη «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έθεσε ως στόχους την «αποστρατιωτικοποίηση» και «αποναζιστικοποίηση» της Ουκρανίας, με στόχο την προστασία των ρωσόφωνων πληθυσμών της χώρας. Στόχος του Πούτιν είναι η ουδετεροποίηση της Ουκρανίας και το να τεθεί το Κίεβο υπό την επιρροή της Μόσχας και ταυτόχρονα ο περιορισμός της περαιτέρω επέκτασης του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά, ως εστία ευθείας απειλής για τη ρωσική ασφάλεια, αν θεωρηθεί ως δεδομένη εδώ και χρόνια η πρόσβαση της Ρωσίας στα «θερμά» νερά της Μαύρης Θάλασσας μέσω της Κριμαίας.
Σήμερα, η Ρωσία καταλαμβάνει πλέον περίπου το ένα πέμπτο της ουκρανικής επικράτειας, στα νοτιοανατολικά της χώρας, ενώ πριν από τον Φεβρουάριο του 2022 κατείχε περίπου το 7%. Σίγουρα το Κρεμλίνο, όπως δείχνει η πορεία των πραγμάτων, αρχικά υπολόγισε μία ευκολότερη επίτευξη των στρατιωτικών του στόχων, προοπτική που δεν επιβεβαιώθηκε.
Σε ό,τι αφορά τις ανθρώπινες απώλειες στα πεδία των μαχών, τα στοιχεία είναι θολά. ΤοthinktankCenter for Strategic and International Studies (CSIS) υπολόγισε ότι οι ρωσικές απώλειες (νεκροί, τραυματίες, αγνοούμενοι) ανέρχονται σε περίπου 1,2 εκατ. ενώ οι ουκρανικές υπολογίζονται σε έως 600.000. Σε σχέση με τους θανάτους αμάχων, ο ΟΗΕ τους υπολογίζει, ως τα τέλη του 2025, σε περίπου 15.000 και τους τραυματίες σε πάνω από 40.000.Επίσημα στοιχεία απωλειών δεν ανακοινώνονται ούτε από την ουκρανική ούτε από τη ρωσική πλευρά, σε μία προσπάθεια της Ουκρανίας να δείξει ότι αντιστέκεται σθεναρά και της Ρωσίας ότι δεν αντιμετωπίζει βαριές απώλειες στην πολύχρονη πολεμική αυτή διαδικασία.
Ο κλονισμός της Διατλαντικής Σχέσης και η Ευρώπη σε νέο, δύσβατο μονοπάτι
Η Δύση, με ΗΠΑ και ΕΕ στο ίδιο μήκος κύματος, στήριξαν στρατιωτικά και οικονομικά την Ουκρανία, ενώ προχώρησαν σε μπαράζ κυρώσεων απέναντι στη ρωσική οικονομία. Η διαδοχή, όμως, του Τζο Μπάιντεν από τον Ντόναλντ Τραμπ το 2025 οδήγησε στη «στροφή» της αμερικανικής πολιτικής στο ουκρανικό ζήτημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ουσιαστικά απέκτησαν… ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με το Κρεμλίνο, οπισθοχώρησαν στην άμεση στήριξη της Ουκρανίας μέσω παροχής πολεμικών εξοπλισμών, πιέζοντας ταυτόχρονα για συναλλαγματικού τύπου σχέση (βλ. συμφωνία για εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Ουκρανίας) και απομακρύνθηκαν από την Ευρώπη.
Στη Γηραιά Ήπειρο έπεσε το μεγάλο βάρος στήριξης της Ουκρανίας, συνειδητοποιώντας ότι η οπισθοχώρηση των ΗΠΑ βάζει την Ευρώπη σε μια νέα εποχή, πρωτόγνωρη για την περίοδο μετά τον Β’ Π.Π. στην οποία η Αμερική δεν θα εγγυάται την άμυνα και την ασφάλειά της. Ταυτόχρονα, η Ευρώπη παλεύει απεγνωσμένα να αποτελέσει μέρος της εξεύρεσης της λύσης και να μη γίνει απλά θεατής ζυμώσεων μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Ουκρανίας για μια υπόθεση που αφορά το έδαφός της.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτέλεσε ένα σημείο καμπής για την Ευρωπαϊκή Ένωση, με αλλαγή στρατηγικών και προτεραιοτήτων.Στρατιωτικοποίηση, ραγδαία αύξηση αμυντικών δαπανών, πολεμική ρητορική σε σημείο υστερίας, με τη Ρωσία να αξιοποιείται ως βολική απειλή για τη μετατροπή της ευρωπαϊκής οικονομίας σε πολεμική και τις ευρωπαϊκές κοινωνίες να πείθονται να υποβαθμίσουν άλλες προτεραιότητες (βλ.κοινωνικόκράτος). Σήμερα, η πλειοψηφία των Ευρωπαίων δηλώνει ότι είναι «πολύ ανήσυχη» για μια σειρά θεμάτων, όπως οι ενεργές συγκρούσεις και οι πόλεμοι κοντά στην Ευρωπαϊκή Ένωση (72%), σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου(Φθινόπωρο 2025). Ακόμη πιο πρόσφατη έρευνα (Φεβρουάριος 2026) κατέδειξε ότι περισσότερα από τα δύο τρίτα των Ευρωπαίων (68%) πιστεύουν ότι η χώρα τους βρίσκεται υπό απειλή, ενώ σχεδόν τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων (74 %) εγκρίνουν το τρέχον επίπεδο επενδύσεων της ΕΕ στον τομέα της άμυνας ή πιστεύουν ότι οι δαπάνες θα πρέπει να αυξηθούν.
Η δύσκολη επόμενη μέρα
Το κρίσιμο ερώτημα της συγκυρίας είναι αν διαφαίνεται στον ορίζοντα μία συμφωνία που θα οδηγήσει σε τερματισμό της πολεμικής σύγκρουσης, αλλά και σε μία βιώσιμη λύση.Η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Η προεκλογική υπόσχεση -και απατηλή ψευδαίσθηση- του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι θα τερμάτιζε τον πόλεμο «μέσα σε 24 ώρες» ασφαλώς και δεν υλοποιήθηκε.
Στο πολεμικό πεδίο, η σύγκρουση διαθέτει χαρακτηριστικά ενός «πολέμου τριβής».Η Ρωσία επιδιώκει να κερδίζει χρόνο ώστε να δει την Ουκρανία να φθείρεται και να επηρεάζεται από τη δυσκολία στήριξης από την Ευρώπη εξου και η αδιαλλαξία του Κρεμλίνου απέναντι στις αμερικανικές προσπάθειες επίτευξης ειρηνευτικού σχεδίου.Η Ουκρανία βλέπει τον χρόνο να περνά εις βάρος της, αλλά διά στόματος του προέδρου ΒολοντίμιρΖελένσκι διαμηνύει ότι δεν χάνει τον πόλεμο και δεν πρόκειται να δεχθεί μία ταπεινωτική συμφωνία που θα παραδίδει εδάφη στη Ρωσία.
Τα πιο μεγάλα «αγκάθια» απέναντι στο ενδεχόμενο τερματισμού του πολέμου είναι το εδαφικό ζήτημα και οι εγγυήσεις ασφαλείας για την επόμενη ημέρα. Για το πρώτο, «κλειδί» αποτελεί η περιοχή του Ντονμπάς (Ντονέτσκ και Λουχάνσκ)την οποία ο Ουκρανός πρόεδρος αρνείται να παραδώσει στη Ρωσία -υπό την πίεση Ουάσιγκτον και Μόσχας- ώστε να τερματιστεί ο πόλεμος, εκτιμώντας ότι θα αποτελέσει βήμα για τη ρωσική πλευρά ώστε να επιτεθεί βαθύτερα μέσα στην Ουκρανία. Για το δεύτερο, η ρωσική πλευρά εκφράζει επανειλημμένα και σε όλους τους τόνους ότι δεν πρόκειται να δεχθεί ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα στο ουκρανικό έδαφος, δίπλα στα σύνορά της, ενώ το ενδεχόμενο ανάπτυξης ευρωπαϊκών στρατευμάτων αποτελεί ακανθώδες ζήτημα για τις χώρες-μέλη της ΕΕ. Η Ένωση εμφανίζεται με διαφορετικές επιδιώξεις στο εσωτερικό της, με χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και αυτές της Βαλτικής να κρατούν σκληρή στάση απέναντι στη Ρωσία και άλλες, όπως η Ουγγαρία (που απειλεί με βέτο το 20ο πακέτο κυρώσεων απέναντι στη Μόσχα) να έχουν διαφορετική στάση, ανάλογα με τα εκάστοτε ζητήματα ενεργειακού εφοδιασμού ή ασφάλειας και άμυνας.
Οι συνομιλίες για την εξεύρεση ειρηνευτικής λύσης διεξάγονται μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Ουκρανίας υπό τις πρωτοβουλίες του Λευκού Οίκου (βλ. πρόσφατο Σχέδιο 28 Σημείων), ενώ η Ευρώπη, με Βρετανία και Γαλλία επικεφαλής, σύστησαν τη «Συμμαχία των Προθύμων», με τη συμμετοχή 35 χωρών, μεταξύ των οποίων και της Ιαπωνίας, ώστε να αποκτήσουν λόγο στις εξελίξεις και να συμβάλουν στηλύση αυτή.Δυστυχώς, διεθνείς οργανισμοί όπως ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, δεν έχουν λόγο σε αυτή τη διαχείριση του πολέμου που ουσιαστικά αφορά την παγκόσμια τάξη. Η διεξαγωγή συνομιλιών όπως στην Κωνσταντινούπολη, η σύνοδος Τραμπ-Πούτιν στην Αλάσκα και αυτές σε ΆμπουΝτάμπι και Γενεύη πρόσφατα, δεν οδήγησαν σε αποτέλεσμα και κατέδειξαν ότι η λύση ακόμα απέχει. Και το κυριότερο, καταδεικνύουν -όπως έδειξε και η κρίση του 2014- ότι η Ουκρανία, όποια κι αν είναι μετά το τέλος του πολέμου, κινδυνεύει να αποτελέσει μία διαρκή πηγή αστάθειας για την ευρύτερη περιοχή.





