Η ώρα της Συνταγματικής Αναθεώρησης έφτασε ξανά — και αυτή τη φορά η κυβέρνηση δεν κρύβει ότι φιλοδοξεί να τη μετατρέψει σε μια βαθιά, δομική τομή στο πολιτικό και θεσμικό οικοδόμημα της χώρας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πατά το κουμπί της εκκίνησης, ενεργοποιώντας τη διαδικασία επεξεργασίας της πρότασης της Νέας Δημοκρατίας και οδηγώντας τη Βουλή στη σύσταση Προαναθεωρητικής Επιτροπής. Το διακύβευμα είναι σαφές: πάνω από 70 άρθρα του Συντάγματος μπαίνουν στο μικροσκόπιο, σε μια προσπάθεια να επικαιροποιηθεί ένα κείμενο που, όπως εκτιμά το Μέγαρο Μαξίμου, «απαντά περισσότερο στις ανάγκες του 20ού αιώνα παρά στις προκλήσεις του 21ου».
Η πολιτική στιγμή δεν είναι ουδέτερη. Η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση ανοίγει σε ένα περιβάλλον θεσμικής δυσπιστίας, κοινωνικής κόπωσης και βαθιάς αμφισβήτησης — ιδίως απέναντι στη Δικαιοσύνη και το πολιτικό σύστημα, όπως αποτυπώνεται σταθερά στις δημοσκοπήσεις μετά την τραγωδία των Τεμπών. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση επιδιώκει να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων στο θεσμικό πεδίο, επαναφέροντας στο προσκήνιο μια ατζέντα μεταρρυθμίσεων που ξεπερνά τη διαχείριση της καθημερινότητας.
Το πολιτικό σήμα: Τηλεοπτικό μήνυμα, επιστολή στους βουλευτές και δημόσια πρόσκληση διαλόγου
Σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες, ο πρωθυπουργός αναμένεται τη Δευτέρα να απευθυνθεί στους πολίτες με τηλεοπτικό μήνυμα, δίνοντας το στίγμα των προθέσεών του. Θα περιγράψει τους στόχους της αναθεωρητικής διαδικασίας, θα χαράξει την ατζέντα και θα καλέσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης να τοποθετηθούν δημόσια. Την ίδια ημέρα, θα αποστείλει επιστολή στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, ζητώντας τους εντός Φεβρουαρίου να καταθέσουν συγκεκριμένες προτάσεις, ενώ το βράδυ θα παραχωρήσει συνέντευξη στον ΣΚΑΪ και τον Αλέξη Παπαχελά, όπου αναμένεται να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το εύρος και το περιεχόμενο των αλλαγών.
Το χρονοδιάγραμμα είναι πυκνό και μεθοδικό: έως τον Μάρτιο η πρόταση της Ν.Δ. θα έχει οριστικοποιηθεί και παρουσιαστεί, ενώ από τον Απρίλιο θα «τρέξει» η κοινοβουλευτική διαδικασία με τη σύσταση της Προαναθεωρητικής Επιτροπής. Στόχος της κυβέρνησης είναι να μην αφήσει το θέμα να χρονίσει, αποφεύγοντας τις παγίδες που συνόδευσαν προηγούμενες απόπειρες αναθεώρησης.
Το επιτελείο της αναθεώρησης: Νομικό βάθος και πολιτικός συντονισμός
Κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό έχει ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, ο οποίος λειτουργεί ως συντονιστής του εγχειρήματος, αξιοποιώντας το νομικό του υπόβαθρο. Σε στενή συνεργασία βρίσκεται με τον γενικό γραμματέα του πρωθυπουργού Στέλιο Κουτνατζή, επίσης καθηγητή Δημοσίου Δικαίου. Εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας στην Επιτροπή της Βουλής θα είναι ο πρώην υπουργός Ευριπίδης Στυλιανίδης, ενώ ενεργό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει και ο Θεόδωρος Ρουσόπουλος, νέος πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής του συνεδρίου της Ν.Δ. και πρώην πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κίνηση Ρουσόπουλου να απευθύνει ερώτημα στο Συμβούλιο της Βενετίας για το άρθρο 86, ζητώντας συγκριτικά στοιχεία για το καθεστώς ασυλίας πολιτικών προσώπων στην Ευρώπη. Πρόκειται για σαφή ένδειξη ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να θωρακίσει τις προτάσεις της όχι μόνο πολιτικά, αλλά και θεσμικά, εντάσσοντάς τες σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Στον στενό κύκλο των κυβερνητικών χειρισμών συμμετέχουν επίσης ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Γιώργος Μυλωνάκης και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης.
Ο καμβάς της αναθεώρησης: Πάνω από 70 άρθρα στο τραπέζι
Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας χαρακτηρίζεται από το Μέγαρο Μαξίμου ως «φιλόδοξη». Πάνω από 70 άρθρα του ισχύοντος Συντάγματος αναμένεται να τεθούν προς αναθεώρηση, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα θεμάτων: από τη λειτουργία των θεσμών και τη Δικαιοσύνη, έως την Παιδεία, το περιβάλλον και τη δημοσιονομική πολιτική.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το άρθρο 86 περί ποινικής ευθύνης υπουργών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ταχθεί υπέρ της ουσιαστικής αναθεώρησής του, χωρίς όμως την πλήρη κατάργηση. Μεταξύ των ιδεών που εξετάζονται είναι η υποχρεωτική ενεργοποίηση του τριμελούς γνωμοδοτικού οργάνου εισαγγελέων πριν από οποιαδήποτε απόφαση της Βουλής για σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής, ώστε να περιοριστεί η πολιτική εργαλειοποίηση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και το άρθρο 16, μετά την έγκριση από το Συμβούλιο της Επικρατείας του νόμου Πιερρακάκη για τα μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι πλέον υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια καθαρή συνταγματική ρύθμιση, που θα επιτρέψει τη λειτουργία μη κρατικών ΑΕΙ «εκ του Συντάγματος» και όχι μέσω ερμηνευτικών ακροβασιών.
Δημόσιο, Δικαιοσύνη, Περιβάλλον: Οι δύσκολες αλλαγές
Στο τραπέζι τίθεται και το άρθρο 103 για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Όπως ξεκαθαρίζει ο υπουργός Εσωτερικών Θεόδωρος Λιβάνιος, το ζητούμενο δεν είναι η αυθαίρετη άρση της μονιμότητας, αλλά η καθιέρωση ενός ουσιαστικού, αντικειμενικού συστήματος αξιολόγησης, που θα συνδέεται με την απόδοση και όχι με πολιτικές παρεμβάσεις.
Το άρθρο 90, που αφορά τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πεδία. Οι δηλώσεις του Νίκου Δένδια για την κρίση αξιοπιστίας των θεσμών και την ανάγκη αλλαγής της λογικής επιλογής της δικαστικής ηγεσίας αποτυπώνουν το βάθος του προβληματισμού. Στόχος είναι να ενισχυθεί η συμμετοχή των ίδιων των δικαστικών λειτουργών, περιορίζοντας τον ρόλο της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Παράλληλα, το άρθρο 24 για την προστασία του περιβάλλοντος επανεξετάζεται υπό το πρίσμα της κλιματικής κρίσης, ενώ εξετάζεται και το άρθρο 30 για την καθιέρωση μίας και μοναδικής εξαετούς θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Νέες θεματικές: Στέγη, δημοσιονομική ισορροπία και προληπτικός έλεγχος νόμων
Η κυβέρνηση επιδιώκει να ανοίξει τη συζήτηση και σε νέα πεδία που δεν είχαν κεντρική θέση σε προηγούμενες αναθεωρήσεις. Μεταξύ αυτών:
Η συνταγματική κατοχύρωση κανόνων δημοσιονομικής ισορροπίας και βιωσιμότητας, ώστε να μπει φρένο στον μαξιμαλισμό και στις ανεφάρμοστες υποσχέσεις.
Η πρόβλεψη υποχρέωσης του κράτους να μεριμνά για την προσιτή στέγη, απαντώντας σε ένα από τα οξύτερα κοινωνικά προβλήματα της εποχής.
Η δυνατότητα προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας ψηφισμένων νόμων, ώστε να αποφεύγονται καθυστερημένες δικαστικές αποφάσεις που ανατρέπουν πολιτικές επιλογές μετά από χρόνια.
Δύσκολες συναινέσεις και πολιτικά ρίσκα
Η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι εκ των πραγμάτων μια άσκηση συναίνεσης. Το άρθρο 110 προβλέπει αυξημένες πλειοψηφίες, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνεργασία με την αντιπολίτευση. Έμπειρα στελέχη της Ν.Δ. εκτιμούν ότι δύσκολα θα εξασφαλιστούν 180 ψήφοι στην προτείνουσα Βουλή για κρίσιμα άρθρα, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η αδυναμία συνεννόησης ακόμη και για τη στελέχωση των Ανεξάρτητων Αρχών.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πάντως, εμφανίζεται αποφασισμένος να «πετάξει το μπαλάκι» στα κόμματα της αντιπολίτευσης — και κυρίως στο ΠΑΣΟΚ — θεωρώντας ότι εκεί υπάρχει θεωρητικά πεδίο συνεννόησης σε θεσμικά ζητήματα.
Μια γρήγορη θεσμική νίκη: Η επιστολική ψήφος των αποδήμων
Στο μεταξύ, η κυβέρνηση επιδιώκει μια άμεση επιτυχία στο θεσμικό πεδίο με την επιστολική ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού. Μετά τη Διακομματική Επιτροπή που συγκάλεσε ο Θεόδωρος Λιβάνιος, διαφαίνεται ότι μπορεί να βρεθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία των 200 ψήφων. Η πρωτοβουλία αυτή λειτουργεί ως πρόβα συναίνεσης ενόψει της πολύ πιο δύσκολης μάχης της Συνταγματικής Αναθεώρησης.
Το στοίχημα της εποχής
Η Συνταγματική Αναθεώρηση που ανοίγει ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι μια τυπική διαδικασία. Είναι ένα πολιτικό και θεσμικό στοίχημα με υψηλό ρίσκο και ακόμη υψηλότερες προσδοκίες. Αν πετύχει, μπορεί να αφήσει ένα αποτύπωμα αντίστοιχο με εκείνο του 1975. Αν αποτύχει, κινδυνεύει να καταγραφεί ως μια χαμένη ευκαιρία σε μια περίοδο που οι πολίτες ζητούν — ίσως περισσότερο από ποτέ — αξιόπιστους θεσμούς, καθαρούς κανόνες και ένα Σύνταγμα που να αντανακλά τις ανάγκες της σύγχρονης Ελλάδας.






