22 Φεβ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Opinions
  • Πέτρος Βαμβακάς / Πόλεμος φθοράς χωρίς ορίζοντα τέλους

Πέτρος Βαμβακάς / Πόλεμος φθοράς χωρίς ορίζοντα τέλους

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Του Πέτρου Βαμβακά*

Τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή της 22ας Φεβρουαρίου 2022, το μέτωπο της Ουκρανίας είναι στάσιμο, ενώ οι ανθρώπινες και υλικές απώλειες συνεχίζουν να είναι τεράστιες. Ενώ το μέτωπο δεν έχει αλλάξει εδώ και μήνες, ο γεωπολιτικός χάρτης έχει αλλάξει και συνεχίζει να αλλάζει. Ο πόλεμος, που άρχισε έξι μήνες μετά την άτακτη αποχώρηση των Αμερικανών από το Αφγανιστάν, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια τακτική κίνηση στην ευρύτερη σκακιέρα. Ένα παιχνίδι στην Ευρασία με διάρκεια δεκαετιών. Στα τέσσερα τελευταία χρόνια οι συσχετισμοί δυνάμεων έχουν αλλάξει, οι τακτικές των δύο μονομάχων έχουν μεταβληθεί, όπως και οι εξελίξεις στις γειτονικές περιοχές, χωρίς όμως η βασική στρατηγική να έχει αλλάξει ούτε για τη Ρωσία ούτε για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η εισβολή της Ρωσίας αρχικά αξιολογήθηκε ως μια επίθεση ενάντια στο διεθνές δίκαιο και στο θεσμικό πλαίσιο των τελευταίων ογδόντα ετών, γεγονός που θα λειτουργούσε ως κίνητρο για την εγρήγορση και την κινητοποίηση των θεσμών της Δύσης, και ιδιαίτερα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (ΝΑΤΟ), η οποία κατά καιρούς έμοιαζε «εγκεφαλικά νεκρή», όπως είχε περιγράψει ο πρόεδρος Μακρόν το 2019. Το δεύτερο αποτέλεσμα της επίθεσης του 2022 ήταν ότι δικαιώθηκαν, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όλοι εκείνοι για τους οποίους η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία ήταν στρατηγικό λάθος για την Ευρώπη και αρνητικό αποτέλεσμα για τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, ιδιαίτερα για εκείνες του Κόλπου του Μεξικού, από το Χιούστον και το Γκάλβεστον μέχρι τη Νέα Ορλεάνη και το Μομπίλ της Αλαμπάμα. Η τρίτη διάσταση της εισβολής ήταν το ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία τριάντα χρόνια, στο πλαίσιο της ηγεμονικής Αμερικής μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, την κατάρρευση της ιαπωνικής οικονομίας, την αναδιάρθρωση της Κίνας και την οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Προς τα τέλη της τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα, οι ΗΠΑ ήταν η ηγεμονική δύναμη χωρίς αντίπαλο. Μετά από είκοσι χρόνια φθοράς στους πολέμους της Ευρασίας — στο Ιράκ και το Αφγανιστάν — και τις ανακατατάξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την Κίνα, την Ινδία, τον αραβικό κόσμο και τη Ρωσία, η απόλυτη ηγεμονία δεν ήταν καθόλου σίγουρη, ιδιαίτερα σε επιμέρους γεωπολιτικά μέτωπα, όπως η Αφρική, η Αρκτική, ακόμη και η Λατινική Αμερική. Άρα, η εισβολή της 22ας Φεβρουαρίου πρέπει να αξιολογηθεί σε τρία διαφορετικά επίπεδα, παρά το γεγονός ότι υπάρχει αλληλεπίδραση: στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου, στο επίπεδο της ενεργειακής διαμάχης και του ανταγωνισμού και, τέλος, στο επίπεδο της γεωπολιτικής σκακιέρας και της ηγεμονικής Αμερικής των τελευταίων τριάντα ετών.

Στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, η χαμένη ευκαιρία για την Αμερική ήταν η 19η Μαρτίου 2003 και η εισβολή στο Ιράκ, στο πλαίσιο της επιχείρησης Iraqi Freedom. Μια επιχείρηση που δεν είχε την ευρεία υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας, αλλά βασίστηκε στη δημιουργία ενός βολικού σχήματος, της «συμμαχίας των προθύμων», το οποίο άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου και οδήγησε στη διολίσθηση του διεθνούς δικαίου από τη χώρα που το εδραίωσε. Έκτοτε, ο όρος «συμμαχία των προθύμων» έχει επανειλημμένα χρησιμοποιηθεί, όπως και η αυθαίρετη χρήση του δικαιώματος από διάφορα κράτη να επικαλούνται τον νόμο του ισχυρού για να προασπίσουν τα εθνικά τους συμφέροντα ή να αντιμετωπίσουν προληπτικά τυχόν κινδύνους.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία πάτησε ακριβώς σε αυτά τα προηγούμενα, αμφισβητώντας το διεθνές δίκαιο και θυσιάζοντάς το στον βωμό του εθνικού συμφέροντος. Τα αρχικά αντανακλαστικά των υφιστάμενων θεσμών δεν ήταν απαραίτητα τα αναμενόμενα, τόσο όσον αφορά το ΝΑΤΟ όσο και στο ενεργειακό πεδίο και την αποδέσμευση της Ευρώπης από τη Ρωσία, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των κυρώσεων. Η κυβέρνηση Μπάιντεν κινήθηκε επιβλητικά, ενεργοποιώντας το ΝΑΤΟ και επιταχύνοντας τις διαδικασίες πλήρους ενσωμάτωσης της Σουηδίας και της Φινλανδίας στη Συμμαχία, ενώ παράλληλα ενίσχυσε την έντονη στρατιωτική παρουσία της στα σύνορα της Ρωσίας, από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Βαλτική.

Στο ενεργειακό σκέλος, η αποδέσμευση από τη ρωσική ενέργεια προχώρησε παρά τις αντιδράσεις, ιδιαίτερα από τη Γερμανία αλλά και από άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, μερικές από τις οποίες ακόμη και σήμερα παραμένουν συνδεδεμένες στο ρωσικό δίκτυο. Οι δύο σημαντικές αλλαγές που συνδέονται με το ενεργειακό είναι η επιβολή, εν μέρει, του αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου ως εναλλακτικής επιλογής για την ευρωπαϊκή αγορά και η διαπραγμάτευση με τη Γερμανία όχι μόνο στο ενεργειακό αλλά και στον επανεξοπλισμό της. Πρόκειται για δύο σημαντικές εξελίξεις του πολέμου στην Ουκρανία, με διαστάσεις που υπερβαίνουν τις βραχυπρόθεσμες επιδιώξεις έναντι της Ρωσίας.

Η ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση του πολέμου στην Ουκρανία είναι ότι αποτελεί ένα μέτωπο φθοράς για τη Ρωσία σε μια ευρύτερη σύγκρουση, από την Αρκτική μέχρι την υποσαχάρια Αφρική και από την Καραϊβική μέχρι τη Σινική Θάλασσα. Ενώ η ηγεσία στις ΗΠΑ έχει αλλάξει, εν μέρει ως προς τις τακτικές επιλογές στην εξωτερική πολιτική, οι διακυβερνήσεις Τραμπ και Μπάιντεν δεν παρουσιάζουν βασικές διαφορές ως προς τη γεωπολιτική στρατηγική. Οι διαφορές εντοπίζονται περισσότερο στο πλαίσιο της τακτικής και της μεθόδευσης. Ο «θεσμικός» Μπάιντεν και ο «καουμπόι» Τραμπ έχουν ουσιαστικά την ίδια γεωπολιτική αντίληψη όσον αφορά τους στόχους, και εν μέρει λειτουργούν συμπληρωματικά στη γενικότερη στρατηγική προσέγγιση.

Το δυστύχημα του ουκρανικού μετώπου είναι τα εκατομμύρια των θυμάτων, η διολίσθηση της δημοκρατίας και η έστω φαινομενική αποδυνάμωση του διεθνούς δικαίου. Ο πόλεμος αυτός, πολύ φοβάμαι, θα συνεχιστεί πέρα από τον Ιούνιο που έχει εξαγγείλει ο κ. Τραμπ και οι επιπτώσεις του θα συνεχίσουν να αλλάζουν τον γεωπολιτικό χάρτη αλλά και τις κοινωνίες μας. Το μέτωπο, ως έχει, εξυπηρετεί ακόμη και τη σημερινή ηγεσία της Ουκρανίας, η οποία δεν θα ήθελε να συνυπογράψει μια συμφωνία που θα παραχωρούσε εδάφη και κυριαρχικά δικαιώματα.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, η στασιμότητα του μετώπου εξυπηρετεί γεωπολιτικά, στρατηγικά, πολιτικά, ενεργειακά και επιχειρηματικά συμφέροντα· αλλά παραμένει μια ανθρώπινη τραγωδία χωρίς ορατό τέλος και καταστρεπτική για τη δημοκρατία, η οποία καλείται να επιλέξει μεταξύ ασφάλειας και δικαιωμάτων.

*Ο Πέτρος Βαμβακάς, είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Διεθνών Σπουδών του Emmanuel College της Βοστώνης

Δείτε επίσης