Φτωχότερος είναι από σήμερα ο κόσμος της ελληνικής δημοσιογραφίας, καθώς έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 88 ετών, ο δημοσιογράφος και πρώην πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, Αριστείδης Μανωλάκος. Η πολιτική κηδεία του θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου, στις 11:30, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Με ανακοίνωσή του, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ εξέφρασε τη βαθιά του οδύνη για την απώλεια «του κορυφαίου δημοσιογράφου και πρώην Προέδρου της Ένωσης», υπογραμμίζοντας τη διαδρομή, τη συμβολή και το αποτύπωμα που άφησε στη δημοσιογραφία και το συνδικαλιστικό κίνημα.
Από τον Ασωπό Λακωνίας στις μεγάλες αίθουσες σύνταξης
Ο Αριστείδης Μανωλάκος γεννήθηκε το 1938 στον Ασωπό Λακωνίας. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο Μολάων, σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, πριν ακολουθήσει τον δρόμο της δημοσιογραφίας.
Ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία το 1963 από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, για να συνεχίσει στο ΤΟ ΒΗΜΑ και στα ΤΑ ΝΕΑ, καλύπτοντας το ελεύθερο ρεπορτάζ. Το 1974 εντάχθηκε ως πολιτικός συντάκτης στην ιστορική εφημερίδα της Αριστεράς Η ΑΥΓΗ, όπου αργότερα διετέλεσε διευθυντικό στέλεχος και πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου.
Καθοριστική υπήρξε και η παρουσία του στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, όπου αναδείχθηκε σε κορυφαίο αρθρογράφο και πολιτικό αναλυτή. Μετά το κλείσιμο της εφημερίδας, συμμετείχε ως ιδρυτικό μέλος στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός νέου συνεταιριστικού εγχειρήματος στον χώρο του Τύπου.
Η πολυετής αρθρογραφία και οι παρεμβάσεις του επηρέασαν ουσιαστικά την πολιτική ζωή της χώρας. Οι αναλύσεις του, αιχμηρές αλλά τεκμηριωμένες, τροφοδοτούσαν τον δημόσιο διάλογο και συχνά προκαλούσαν προβληματισμό στο πολιτικό σύστημα.
Μαχητής του συνδικαλισμού και διανοούμενος της Αριστεράς
Πέρα από τη δημοσιογραφική του διαδρομή, ο Αριστείδης Μανωλάκος υπήρξε ακάματος και ακηδεμόνευτος μαχητής του συνδικαλιστικού κινήματος. Διανοούμενος της Αριστεράς, με συγκροτημένη πολιτική σκέψη και σταθερή ιδεολογική αναφορά, συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση του εγχώριου πολιτικού σκηνικού.
Υπηρέτησε τα ιδανικά του με πίστη και γενναιότητα, γνωρίζοντας την εξορία και τη φυλάκιση σε δύσκολες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, χωρίς ποτέ να λυγίσει. Η πένα του παρέμεινε σταθερή, ανεξάρτητη και απαλλαγμένη από παρασκηνιακές πιέσεις, με βασικό γνώμονα την αντικειμενικότητα και την υπεράσπιση της αλήθειας.
Η σφραγίδα του στην ΕΣΗΕΑ
Διετέλεσε δύο φορές πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΣΗΕΑ και μέλος τριών ακόμη Διοικητικών Συμβουλίων, αφήνοντας έντονο αποτύπωμα στη λειτουργία και τον προσανατολισμό της Ένωσης.
Επί των ημερών του πραγματοποιήθηκε το μεγάλο άνοιγμα της ΕΣΗΕΑ προς τους δημοσιογράφους των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, οι οποίοι έως τότε παρέμεναν εκτός του σωματείου τους. Παράλληλα, αγοράστηκε ο δεύτερος όροφος του κτηρίου της Ένωσης στην οδό Ακαδημίας, ιδρύθηκε το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ και αποκτήθηκε το κτήριο της οδού Ζαΐμη, κινήσεις που ενίσχυσαν θεσμικά και υλικά το σωματείο.
Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε ενεργός και παρών στον δημόσιο διάλογο, μεταλαμπαδεύοντας γνώση και εμπειρία στους νεότερους δημοσιογράφους. Σεμνός, διακριτικός αλλά ουσιαστικός, υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που συνέδεσαν το επάγγελμα της δημοσιογραφίας με την έννοια της ευθύνης και της δημοκρατικής εγρήγορσης.
Η απώλειά του σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για τον ελληνικό Τύπο.






