Το 1929, το Ντίσελντορφ βυθίστηκε στον τρόμο από μια σειρά επιθέσεων σε γυναίκες και παιδιά. Πίσω από τα μαχαιρώματα, τους στραγγαλισμούς και τις ωμές πράξεις σαδισμού βρισκόταν ο Πέτερ Κίρτεν, ο διαβόητος «Βαμπίρ του Ντίσελντορφ». Η υπόθεσή του αποκάλυψε έναν κατά συρροή δολοφόνο που έπινε το αίμα των θυμάτων του και ανέδειξε τα όρια της αστυνομικής έρευνας στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, άνοιξε συζήτηση για την ποινική ευθύνη και τη σεξουαλική παθολογία και σημάδεψε τη γερμανική κοινωνία λίγο πριν την άνοδο του ναζισμού.
Από την Κολωνία της φτώχειας στη διαμόρφωση ενός σαδιστή
Ο Πέτερ Κίρτεν γεννήθηκε στις 26 Μαΐου 1883 στην Κολωνία. Μεγάλωσε σε ακραία φτώχεια. Ο πατέρας του ήταν αλκοολικός και βίαιος. Οι ξυλοδαρμοί στο σπίτι ήταν καθημερινότητα, ενώ μαρτυρίες κάνουν λόγο για σεξουαλική κακοποίηση εντός της οικογένειας. Το περιβάλλον αυτό αποτέλεσε, σύμφωνα με μεταγενέστερες ψυχιατρικές εκτιμήσεις, έδαφος για την ανάπτυξη σαδιστικών και νεκροφιλικών φαντασιώσεων.
Ήδη από την εφηβεία του, ο Κίρτεν εμφάνισε παραβατική συμπεριφορά. Το 1899 καταδικάστηκε για κλοπές και μικροεγκλήματα. Τα επόμενα χρόνια πέρασε μεγάλα διαστήματα σε φυλακές της Γερμανίας. Οι πρώτες του επιθέσεις αποδίδονται στις αρχές του 20ού αιώνα. Η κλιμάκωση, ωστόσο, ήρθε τρεις δεκαετίες αργότερα.
1929: Το Ντίσελντορφ σε κατάσταση πολιορκίας
Το 1929, στο Ντίσελντορφ, άρχισαν να καταγράφονται αλλεπάλληλες επιθέσεις. Θύματα ήταν κυρίως γυναίκες και παιδιά. Βρέθηκαν μαχαιρωμένα, χτυπημένα με σφυριά ή ξύλα, στραγγαλισμένα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο δράστης επέστρεφε στον τόπο του εγκλήματος για να «ξαναζήσει» την πράξη.
Η πόλη παραλύει. Οι γονείς απαγορεύουν στα παιδιά να κυκλοφορούν μόνα τους. Οι εφημερίδες δημοσιεύουν καθημερινά λεπτομέρειες, ενισχύοντας το κλίμα φόβου. Η αστυνομία δέχεται χιλιάδες καταγγελίες και ψευδείς ομολογίες. Η έρευνα εκτείνεται σε ολόκληρη τη Ρηνανία.
Οι αρχές συγκροτούν ειδική ομάδα έρευνας, από τις μεγαλύτερες που είχαν ποτέ οργανωθεί στη Γερμανία έως τότε. Χρησιμοποιούνται για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα τεχνικές εγκληματολογικής ανάλυσης, καταγραφή μοτίβων και διασταύρωση καταθέσεων. Παρά την κινητοποίηση, ο δράστης συνεχίζει.
Η σύλληψη και η «κλινική» ομολογία
Η σύλληψη του Κίρτεν ήρθε τον Μάιο του 1930, ύστερα από καταγγελία γυναίκας που είχε επιβιώσει από επίθεση. Η μαρτυρία της οδήγησε την αστυνομία στα ίχνη του. Συνελήφθη στις 24 Μαΐου 1930.
Κατά την ανάκριση, ο Κίρτεν ομολόγησε με απόλυτη ψυχραιμία. Περιέγραψε τις δολοφονίες με λεπτομέρειες που προκάλεσαν αποτροπιασμό ακόμη και στους έμπειρους ανακριτές. Παραδέχθηκε ότι έπινε το αίμα των θυμάτων του και ότι η θέα και η γεύση του αίματος του προκαλούσαν σεξουαλική διέγερση. Δήλωσε ότι συχνά επέστρεφε στους τόπους των εγκλημάτων για να ενισχύσει τη φαντασίωσή του.
Συνολικά ομολόγησε εννέα δολοφονίες και δεκάδες απόπειρες ανθρωποκτονίας και επιθέσεις. Οι αρχές θεώρησαν πιθανό ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων να ήταν μεγαλύτερος.
Η δίκη, η ποινική ευθύνη και η εκτέλεση
Η δίκη ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1931 και συγκέντρωσε τεράστιο ενδιαφέρον. Ψυχίατροι κατέθεσαν για τη διαταραγμένη προσωπικότητά του, ωστόσο το δικαστήριο έκρινε ότι είχε πλήρη επίγνωση των πράξεών του. Το γερμανικό ποινικό δίκαιο της εποχής προέβλεπε τη θανατική ποινή για κατά συρροή δολοφονίες με ιδιαίτερη αγριότητα.
Ο Κίρτεν καταδικάστηκε σε θάνατο. Εκτελέστηκε με γκιλοτίνα στις 2 Ιουλίου 1931, στη φυλακή του Κολωνίας. Μέχρι το τέλος παρέμεινε ψύχραιμος. Λίγο πριν την εκτέλεση φέρεται να ρώτησε αν θα μπορούσε να ακούσει τον ήχο του αίματός του να ρέει μετά τον αποκεφαλισμό του.
Η υπόθεση που επηρέασε την εγκληματολογία και την κουλτούρα
Η υπόθεση του Κίρτεν εντάσσεται σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών αναταράξεων στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η οικονομική κρίση του 1929, η ανεργία και η πολιτική αστάθεια διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον γενικευμένης ανασφάλειας. Ο «Βαμπίρ του Ντίσελντορφ» έγινε σύμβολο αυτής της σκοτεινής συγκυρίας.
Η δράση του ενέπνευσε καλλιτεχνικές αποτυπώσεις. Η πιο γνωστή είναι η ταινία M – Eine Stadt sucht einen Mörder του Fritz Lang, που κυκλοφόρησε το 1931. Αν και δεν αποτελεί βιογραφία του Κίρτεν, αποτυπώνει την ατμόσφαιρα πανικού και την κοινωνική υστερία γύρω από ένα ανθρωποκυνηγητό παιδοκτόνου.
Στο πεδίο της εγκληματολογίας, η υπόθεση συνέβαλε στην ανάπτυξη της ψυχιατρικής προσέγγισης των κατά συρροή δολοφόνων και στην καταγραφή σεξουαλικών παρεκκλίσεων ως επιβαρυντικών παραγόντων. Τα πρακτικά της δίκης και οι ψυχιατρικές εκθέσεις μελετώνται μέχρι σήμερα.
Ο Πέτερ Κίρτεν παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές φιγούρες της ευρωπαϊκής εγκληματικής ιστορίας. Η υπόθεσή του φωτίζει τη συνάντηση ακραίας βίας, κοινωνικής αποσταθεροποίησης και θεσμικής δοκιμασίας σε μια εποχή που η Γερμανία βρισκόταν στο μεταίχμιο.






