Η “τεχνική” διαδικασία που προβλέπεται για την αναθεώρηση του Συντάγματος δίνει εκ των πραγμάτων πολιτική διέξοδο στα κόμματα της αντιπολίτευσης, κυρίως στο ΠΑΣΟΚ που αποτελεί τον βασικό πολιτικό στόχο της πρωθυπουργικής πρότασης. Ποιά είναι αυτή η διαδικασία, ας την εξηγήσουμε:
Εάν ένα προς αναθεώρηση άρθρο συγκεντρώσει στην ψηφοφορία που αναμένεται να διεξαχθεί τον Σεπτέμβριο (στο τέλος της διαβούλευσης στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή) 180 ψήφους, απαιτούνται μόνο 151 ψήφοι στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή. Εφόσον συγκεντρώσει σε αυτή την (προαναθεωρητική) Βουλή 151 ψήφους, απαιτούνται 180 στην επόμενη.
Μία σημαντική πτυχή σε αυτή την διαδικασία αφορά το ακριβές περιεχόμενο του άρθρου που θα προταθεί να αντικαταστήσει ένα αλλο του υφιστάμενος Συντάγματος. Κι αυτό διότι όλοι γνωρίζουν πώς η πρόταση που θα προκύψει στην παρούσα Βουλή είναι δυνατό να αλλάξει σε κάποιο βαθμό στην τελική ψήφισή του στην επόμενη.
Η αντιπολίτευση επικαλείται το παράδειγμα της αλλοίωσης της αρχικής πρόβλεψης ως προς την εκλογή ΠτΔ (χωρίς να προκύπτουν εκλογές) και κατηγορεί τη Ν.Δ ότι άλλαξε το περιεχόμενο που είχε προκύψει από την διαβούλευση επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (2019) όταν εκείνη απέκτησε ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία μετά τις εκλογές εκείνης της χρονιάς.
Ως γνωστόν η συναίνεση δεν διατάσσεται. Μπορεί όμως να προετοιμαστεί.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος κρατά αποστάσεις εδώ και πολύ καιρό από την κυβέρνηση και παρεμβαίνει συχνά σε τέτοια θεσμικά ζητήματα, είπε: «Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, είναι η βαθιά κρίση αξιοπιστίας των θεσμών και η διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης χωρίς αυτό να έχει αποκατασταθεί μετά την οικονομική κρίση και τη λεγόμενη επιστροφή στην κανονικότητα. Η αναθεώρηση του Συντάγματος καθίσταται συνεπώς ζήτημα τεχνικό και κοινωνικά αδιάφορο, αν δεν υπάρξει ένα πειστικό και ευρείας αποδοχής νέο αφήγημα εθνικής συνοχής και κοινωνικής συμπερίληψης». Και μάλλον έχει δίκιο.
Τούτων δοθέντων το ΠΑΣΟΚ έχει τη δυνατότητα να παραμείνει εντός θεσμικού πλαισίου και να οχυρωθεί πίσω από την προαναφερθείσα “τεχνική” διαδικασία. Παρότι κατηγορεί την κυβέρνηση για τον τρόπο που παρέκαμψε το πνεύμα του Συντάγματος σε αρκετές περιπτώσεις (υποκλοπές, προανακριτική Καραμανλή, Τριαντόπουλου, κ.ά) δεν θα απορρίψει την πιθανότητα συνεννόησης ως προς την αναθεώρηση του Συντάγματος, λέγοντας ότι αυτή πρέπει να επιτευχθεί όχι στην παρούσα Βουλή αλλά στην επόμενη.
Προφανώς θέλει να δει τι ακριβώς θα προκύψει από τις επόμενες κάλπες. Θα είναι αυτοδύναμη, για παράδειγμα, η Ν.Δ, ή θα απαιτηθεί ο σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας, κι αν ναι από ποιούς;
Από την άλλη η κυβέρνηση, με την πρωτοβουλία του πρωθυπουργού επιτυγχάνει ήδη κάποια πολιτικά οφέλη.
Είναι μια κίνηση με διπλή διάσταση: αφ’ ενός το περιεχόμενο της πρότασης (που δεν έχει ακόμη πλήρως διατυπωθεί) και αφ’ ετέρου την πολιτική σκοπιμότητα που υπηρετεί. Ως προς το δεύτερο, είναι σαφές ότι ο Κ. Μητσοτάκης επιχειρεί (α) να φέρει την δημόσια συζήτηση σε ένα πεδίο θεσμικό, που είναι πάντα ευνοϊκό για τους κυβερνώντες (β) να ανακτήσει μια κάποια μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία, που έχει χαθεί μεταξύ ΟΠΕΚΕΠΕ και δίκης υποκλοπών και (γ) να θέσει την αντιπολίτευση προ του διλήμματος είτε να προσφέρει συναίνεση (σε μια περίοδο προεκλογική) είτε να εισπράξει το κόστος της άρνησης της συναίνεσης.
Βεβαίως, προκύπτει ένα δευτερογενές αλλά ουσιαστικό ερώτημα: πόσο πραγματικά ενδιαφέρονται οι πολίτες για τη Συνταγματική αναθεώρηση όταν προέχουν άλλα μείζονα κοινωνικά ζητήματα; Μπορεί, δηλαδή, το Σύνταγμα να μετατραπεί σε εκλογικό δίλημμα από την κυβέρνηση;
Δεν μπορεί να προβλέψει ακόμα κανείς τι επιρροή θα έχει κάτι τέτοιο, όμως κάποιοι ήδη διακρίνουν ένα πιθανό νέο σενάριο: εφόσον, δηλαδή, δεν προκύψει συναίνεση μέχρι την ψηφοφορία στην Ολομέλεια της Βουλής τον Σεπτέμβριο, ο πρωθυπουργός έχει τη δυνατότητα να καταγγείλει την αντιπολίτευση και να προκηρύξει πρόωρες εκλογές το Νοέμβριο, επιμένοντας πώς σε αυτό το πλαίσιο είναι ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη η αυτοδυναμία της Ν.Δ. Η σκέψη υπάρχει, άγνωστο εάν θα γίνει πράξη…






