Με την κυβέρνηση να βρίσκεται ήδη στο δεύτερο μισό του εβδόμου χρόνου της θητείας της, το πολιτικό σκηνικό επηρεάζεται από σειρά παραμέτρων που προκύπτουν από τα ποσοτικά και, κυρίως, ποιοτικά στοιχεία των μετρήσεων και των focus groups που συστηματικά διεξάγει η επιτελική ομάδα του Μεγάρου Μαξίμου.
Σε γενικές γραμμές, οι παράμετροι που θα προσδιορίσουν τους συσχετισμούς στην τελική ευθεία προς τις επόμενες εκλογές -χωρίς να αποκλείεται να διεξαχθούν συντομότερα από το όριο της άνοιξης του 2027 που έθεσε ο πρωθυπουργός- είναι οι εξής:
-Η επιβάρυνση της εικόνας διακυβέρνησης από την διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών, του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, ακόμα και το πρόσφατο εργατικό δυστύχημα στην “Βιολάντα” που όλα μαζί σωρρευτικά αναδεικνύονται με το αίτημα για Δικαιοσύνη και αντιμετώπιση της διαφθοράς το οποίο κατατάσσεται δεύτερο μετά την οικονομία σε όλες τις δημοσκοπήσεις.
-Η εντυπωσιακή αντοχή, αν και σε αισθητά χαμηλότερο επίπεδο, του πρωθυπουργικού προφίλ του Κυριάκου Μητσοτάκη (επί μία δεκαετία, πιά, είναι το πρόσωπο που κυριαρχεί), σε συνδυασμό με την αδυναμία της κατακερματισμένης αντιπολίτευσης να προβάλλει, έως τώρα, κάποιο ισχυρό “αντίπαλο δέος”.
-Οι ισχυρές ενδείξεις ότι είναι πολύ δύσκολο στις επόμενες εκλογές να προκύψει αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος (Ν.Δ), κάτι που εκ των πραγμάτων βάζει στη συζήτηση τις πιθανότητες συνεργασιών, είτε για τον σχηματισμό κυβέρνησης είτε για να αντιμετωπιστεί το προβάδισμα του κυβερνώντος κόμματος.
Τα focus groups και τα “μικρά” προβλήματα που γίνονται μεγάλα
Ειδικότερα τα focus groups του Μαξίμου (δημοσιεύτηκαν στην “Καθημερινή”) εμφανίζουν μία μετατόπιση της επιρροής της Ν.Δ από την περιοχή του φιλελευθερισμού -με αιχμή το μεταρρυθμιστικό προφίλ- στον σκληρό πυρήνα των ψηφοφόρων που έμμεσα ή άμεσα εξαρτώνται από το κράτος, όπως οι συνταξιούχοι και οι δημόσιοι υπάλληλοι.
Σε αυτά τα τμήματα του εκλογικού σώματος σημειώνονται μικρότερες απώλειες απ΄ ότι, για παράδειγμα, στους αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες (αποτέλεσμα της τεκμαρτής φορολόγησης) και στους αγρότες (μπλόκα) που είχαν δώσει ποσοστό πάνω από 45% στη Ν.Δ στις εκλογές του 2023. Οι θύλακες αντοχής σε αυτά τα εκλογικά κοινά οφείλονται, αφενός στις κατά καιρούς επιδοματικές πολιτικές και τις αυξήσεις, αφετέρου στο ότι πρόκειται για περισσότερο συντηρητικούς πολίτες που δεν επιθυμούν ανατροπές.
Η κυβέρνηση, πάντως, έχει χάσει τα αντανακλαστικά της προηγούμενης περιόδου και δείχνει ενίοτε να πνίγεται στο ποτήρι θεωρητικά μικρών συμβάντων με σωρρευτική, όμως, επιρροή στο δυνητικό εκλογικό της ακροατήριο. Για παράδειγμα, η υπόθεση της διάταξης περί συνεπιμέλειας που αξιολογήθηκε ως “φωτογραφική” για την Όλγα Κεφαλογιάννη, ή η απερίσκεπτη τοποθέτηση του Λευτέρη Αυγενάκη σε αναπτυξιακό αγροτικό οργανισμό στην Κρήτη, ήταν δύο μόνο τέτοια περιστατικά.
Οι απώλειες στα δεξιά και η μάχη στο Κέντρο
Ένα κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο στην τελική ευθεία προς τις εκλογές θα ευδοκιμήσει το δίλημμα περί πολιτικής σταθερότητας. Όχι επειδή δεν είναι υπαρκτό με όσα συμβαίνουν διεθνώς και ειδικότερα στην ζώνη γεωπολιτικών συμφερόντων της χώρας (και στα ελληνοτουρκικά), αλλά διότι διευρύνεται σημαντικά (πάνω από 30%) το τμήμα εκείνο του εκλογικού σώματος που διακατέχεται από απογοήτευση και οργή και δείχνει να κατευθύνεται σε προσωποπαγή “αντισυστημικά” κόμματα. Σε αυτή την ζώνη του ανορθολογισμού είναι αμφίβολο εάν μπορεί να αποδόσει το σχετικό δίλημμα.
Μέχρις ώρας, το επιτελικό κέντρο του Μαξίμου εκπονεί μεθοδικά εστιασμένες πολιτικές παρεμβάσεις με στόχο να προσελκύσει τα ειδικά αυτά κοινά που θα κρίνουν σε σημαντικό βαθμό και την τελική εκλογική επίδοση. Από την άλλη, γίνεται σαφές ότι η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται πώς δεν μπορεί να ικανοποιήσει τους πάντες και στοχεύει πολιτικά περισσότερο στον χώρο του Κέντρου (κατά το γνωστό κλισέ είναι αυτό που θα γείρει τελικά την εκλογική πλάστιγγα) επειδή εκτιμά, παράλληλα, ότι οι απώλειες προς τα δεξιά της δεν είναι εύκολα αναστρέψιμες.
Έχοντας αντιληφθεί ότι η βασική μάχη θα δοθεί στο Κέντρο, η κυβέρνηση φαίνεται πώς θα εστιάσει την προσοχή της ακριβώς εκεί και προς τούτο θα αξιοποιήσει και το μομέντουμ της έναρξης της διαβούλευσης για το (προ)αναθεωρητικό πλαίσιο του Συντάγματος. Θα προσπαθήσει, δηλαδή, να αναζωγονήσει, ταυτόχρονα, το μεταρρυθμιστικό της προφίλ (βάζοντας μεγάλο αριθμό διατάξεων προς αναθεώρηση στο τραπέζι: από το άρθρο 86 για την ευθύνη υπουργών μέχρι τα ιδιωτικά ΑΕΙ και την μερική τουλάχιστον άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων) και την εκμαίευση της συνεννόησης με το ΠΑΣΟΚ.
Η πλαγιοκόπηση του ΠΑΣΟΚ
Ως προς το τελευταίο, στο Μαξίμου αναγνωρίζουν ότι, εφόσον προκύψει η ανάγκη συνεργασιών για τον σχηματισμό κυβέρνησης, μόνο το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα μπορούσε να γίνει εταίρος. Προκαλώντας και προσκαλώντας το ΠΑΣΟΚ στο θέμα της Συνταγματικής αναθεώρησης, λοιπόν, ίσως αναγκάσει τις μεταρρυθμιστικές δυνάμεις που υπάρχουν εκεί να αντιδράσουν και, παράλληλα, θα ωθήσει τον Νίκο Ανδρουλάκη σε ακόμα εντονότερη αριστερή στροφή. Με αυτόν τον τρόπο ο πρωθυπουργός θα επεκτείνει την επιρροή του στο Κέντρο και θα διαμορφώσει συνθήκες μίας πιθανής μετεκλογικής συνεργασίας με κάποιους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ που δεν υιοθετούν την συγκρουσιακή στρατηγική (Δούκας, Γερουλάνος, Κατρίνης κ.ά) και κινούνται πιό κοντά στην μετριοπαθέστερη στάση της Άννας Διαμαντοπούλου που επιμένει πώς βασικό επιχείρημα στο μετεκλογικό τοπίο θα είναι το “συμφέρον της χώρας”.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο, άλλωστε, ότι ο πρωθυπουργός αποφάσισε να συγκροτηθεί προαναθεωρητική κοινοβουλευτική επιτροπή, όπου θα γίνει το πείραμα της συναίνεσης, την ίδια ώρα που τη Ν.Δ θα εκπροσωπήσουν πολιτικοί με κεντρώο και κεντροδεξιό προφίλ, όπως ο Γ. Γεραπετρίτης, ο Θ. Ρουσσόπουλος και ο Ευρ. Στυλιανίδης. Οι δύο τελευταίοι προέρχονται από την καραμανλική πτέρυγα, ενώ ειδικότερα ο Θόδωρος Ρουσσόπουλος (με περγαμηνές από την θητεία του στην προεδρία της κοινοβουλευτικής συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης) τοποθετείται και πρόεδρος του συνεδρίου της Ν.Δ και αναμένεται να αξιοποιηθεί περαιτέρω στην τελική ευθεία προς τις εκλογές- λέγεται ότι μπορεί να περιληφθεί στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας ώστε να μην δεσμεύεται από το “απαγορευτικό” των περιορισμένων τηλεοπτικών εμφανίσεων κι έτσι να προωθήσει την στρατηγική προς το Κέντρο.
Οι ανεξέλεγκτες μεταβλητές που θα προσδιορίσουν και τον χρόνο των εκλογών
Οι πιό “θερμόαιμοι” στη Ν.Δ επιχαίρουν πάντως για την “βαβέλ” στο πολιτικό σκηνικό, με το κύμα του “αντισυστημισμού” να διογκώνεται και την κρίση στο ΠΑΣΟΚ να εντείνεται, θεωρώντας ότι έτσι αναδεικνύεται περισσότερο πώς δεν υπάρχει εναλλακτική διακυβέρνησης. Οι πιό ψύχραιμες φωνές, όμως, στο επιτελείο του πρωθυπουργού τονίζουν ότι είναι ακόμα νωρίς για συμπεράσματα δεδομένου ότι επίκειται η ίδρυση των δύο νέων κομμάτων, αυτών της Μαρίας Καρυστιανού και του Αλέξη Τσίπρα. Η πρώτη εκτιμάται ότι θα προσελκύσει ψηφοφόρους της δεξιάς πτέρυγας της Ν.Δ (ήδη στις μετρήσεις εμφανίζεται ποσοστό άνω του 15% όσων ψήφισαν το κυβερνών κόμμα στις τελευταίες εκλογές που δηλώνει σίγουρα ή μάλλον να την ψηφίσει) και θα μοχλεύσει τον χώρο του “αντισυστημισμού” όπου κυριαρχούν η Πλεύση Ελευθερίας και η Ελληνική Λύση. Ο πρώην πρωθυπουργός, όμως, κινείται με βήματα αργά αλλά σταθερά και, παρότι δημοσκοπικά φαίνεται να μην δημιουργεί δυναμική ρεύματος, είναι πιθανό να αναδειχθεί ως εναλλακτική διακυβέρνησης με πολιτικά και ορθολογικά χαρακτηριστικά.
Αυτό θεωρητικά ευνοεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αφενός γιατί τον έχει ήδη νικήσει δύο φορές, αφετέρου επειδή, όπως εκτιμάται, θα ξυπνήσουν τα αντανακλαστικά του “αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου” στους κεντρώους ψηφοφόρους, όμως, από την άλλη, ένα κόμμα Τσίπρα χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος θα βάλει τη συζήτηση σε καθαρά πολιτική βάση. Άλλωστε, ο Αλέξης Τσίπρας έχει διατελέσει πρωθυπουργός και έχει εκείνα τα χαρακτηριστικά που δεν έχει κανένας άλλος στον χώρο της αντιπολίτευσης.
Σε κάθε περίπτωση, ο πρωθυπουργός θα μπορέσει να προσδιορίσει με μεγαλύτερη σαφήνεια την προεκλογική του τακτική μετά τον Απρίλιο, όταν όπως φαίνεται θα έχουν εκκινήσει οι πρωτοβουλίες του (Σύνταγμα κ.ά) και θα έχει αποτυπωθεί ο νέος πολιτικός χάρτης, και θα αξιολογήσει εάν και κατά πόσο τον συμφέρει να φτάσει στις κάλπες την άνοιξη του 2027, όπως έχει δηλώσει, ή να τις φέρει λίγο νωρίτερα. Η περίοδος μετά την επόμενη ΔΕΘ, ή τα τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου του 2027 είναι δύο εναλλακτικές που εξετάζονται σοβαρά με την πρώτη να κερδίζει αρκετούς υποστηρικτές.






