Τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022, ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέρχεται στο πέμπτο έτος του, έχοντας ήδη καταγραφεί ως η πιο αιματηρή σύγκρουση σε ευρωπαϊκό έδαφος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το μέτωπο έχει παγώσει σε μεγάλο βαθμό, χωρίς όμως να έχει σιωπήσει. Οι απώλειες πολλαπλασιάζονται, οι πόλεις ισοπεδώνονται, οι διπλωματικές διεργασίες κινούνται αργά και η γεωπολιτική ισορροπία της ηπείρου παραμένει ρευστή.
Ανθρώπινες απώλειες: αριθμοί χωρίς τελικό απολογισμό
Ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων παραμένει ασαφής. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών για το 2025, περίπου 15.000 άμαχοι έχουν σκοτωθεί και 40.600 τραυματιστεί στο ουκρανικό έδαφος. Ο ίδιος ο ΟΗΕ επισημαίνει ότι ο πραγματικός αριθμός είναι πιθανότατα σημαντικά μεγαλύτερος, καθώς η πρόσβαση στις κατεχόμενες περιοχές είναι περιορισμένη.
Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε μεθοριακές ρωσικές περιοχές έχουν επίσης προκαλέσει εκατοντάδες θανάτους, σύμφωνα με εκτιμήσεις που δεν επιβεβαιώνονται πλήρως από ανεξάρτητες πηγές.
Στο στρατιωτικό σκέλος, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι παραδέχθηκε ότι από το 2022 έχουν σκοτωθεί 55.000 Ουκρανοί στρατιώτες, αριθμός που πολλοί αναλυτές θεωρούν υποεκτιμημένο λόγω των δεκάδων χιλιάδων αγνοουμένων. Η Μόσχα δεν δημοσιοποιεί επίσημα στοιχεία. Έρευνες της ρωσικής υπηρεσίας του BBC και του ανεξάρτητου μέσου Mediazona, βασισμένες σε ανοιχτές πηγές, ανεβάζουν τις ρωσικές απώλειες σε πάνω από 177.000. Το αμερικανικό think tank Center for Strategic and International Studies εκτιμά ότι οι Ρώσοι στρατιώτες που έχουν σκοτωθεί φθάνουν τους 325.000 και οι Ουκρανοί μεταξύ 100.000 και 140.000.
Παράλληλα, σχεδόν 6 εκατομμύρια Ουκρανοί έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, συγκροτώντας ένα από τα μεγαλύτερα προσφυγικά κύματα στην Ευρώπη μετά το 1945.
Κατεστραμμένες πόλεις και ένα ναρκοθετημένο τοπίο
Η ανατολική Ουκρανία φέρει το μεγαλύτερο βάρος της καταστροφής. Πόλεις όπως η Μπαχμούτ, το Τορέτσκ και το Βοφτσάνσκ έχουν μετατραπεί σε ερείπια ύστερα από μήνες σφοδρών συγκρούσεων.
Οι συστηματικές επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές διέλυσαν μεγάλα τμήματα του ουκρανικού δικτύου ηλεκτροδότησης, αφήνοντας εκατομμύρια πολίτες χωρίς θέρμανση και ρεύμα κατά τους χειμερινούς μήνες. Περίπου το 20% της ουκρανικής επικράτειας εκτιμάται ότι είναι σπαρμένο με νάρκες, δημιουργώντας μια μακροχρόνια απειλή για αμάχους και αγροτική παραγωγή.
Το συνολικό κόστος ανοικοδόμησης υπολογίζεται σε πάνω από 500 δισεκατομμύρια ευρώ σε ορίζοντα δεκαετίας, σύμφωνα με κοινές εκτιμήσεις της ουκρανικής κυβέρνησης, της ΕΕ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΗΕ.
Ένα μέτωπο φθοράς στο Ντονμπάς
Μετά τις ταχείες ανακατατάξεις του 2022 και του 2023, ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε σύγκρουση φθοράς. Οι προωθήσεις είναι αργές και εξαιρετικά κοστοβόρες, ενώ τα drones κυριαρχούν στον αέρα, αλλάζοντας τη φύση των επιχειρήσεων.
Η Ρωσία ελέγχει περίπου το 20% της ουκρανικής επικράτειας, αν και το ένα τρίτο αυτής της έκτασης βρισκόταν ήδη υπό ρωσικό ή φιλορωσικό έλεγχο πριν από το 2022. Οι σφοδρότερες μάχες διεξάγονται στο Ντονμπάς. Σύμφωνα με ανάλυση του Institute for the Study of War, οι ρωσικές δυνάμεις έχουν καταλάβει σχεδόν ολόκληρη την περιφέρεια του Λουχάνσκ και περίπου το 83% του Ντονέτσκ.
Σημαντικές εκτάσεις τελούν επίσης υπό ρωσικό έλεγχο στη Χερσώνα και τη Ζαπορίζια, ενώ μικρότερα τμήματα ελέγχονται σε περιοχές όπως το Σούμι, το Χάρκοβο και το Ντνιπροπετρόφσκ.
Στη Ζαπορίζια, βιομηχανική πόλη κοντά στη γραμμή του μετώπου, ρωσικά drones έπληξαν εκ νέου κατοικημένες περιοχές, τραυματίζοντας πέντε ανθρώπους, ανάμεσά τους ένα παιδί. Ένα από τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατέπεσε σε εργοστάσιο, προκαλώντας πυρκαγιά που επεκτάθηκε σε γειτονικά κτίρια. Την προηγούμενη ημέρα, πλήγματα είχαν στοιχίσει τη ζωή σε τρεις ανθρώπους στη Ζαπορίζια και στην Οδησσό.
Διπλωματία υπό πίεση και αδιέξοδα
Από το 2025 βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για κατάπαυση του πυρός, υπό την πίεση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Γύροι συνομιλιών στην Κωνσταντινούπολη, το Αμπού Ντάμπι και τη Γενεύη δεν έχουν αποδώσει απτά αποτελέσματα.
Το βασικό εμπόδιο παραμένει το εδαφικό. Η Μόσχα ζητεί την αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από περιοχές του Ντονέτσκ που εξακολουθούν να ελέγχουν. Το Κίεβο απορρίπτει το αίτημα και ζητεί άμεση κατάπαυση του πυρός. Η ρωσική πλευρά συνδέει οποιαδήποτε παύση των εχθροπραξιών με την προδιαμόρφωση μιας συνολικής, «βιώσιμης» συμφωνίας.
Στο Κίεβο έφθασε για δέκατη φορά από την έναρξη του πολέμου η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στέλνοντας μήνυμα διαρκούς ευρωπαϊκής στήριξης. Μαζί με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα συμμετείχε σε τελετή μνήμης και πολιτικής επαναβεβαίωσης της δέσμευσης της ΕΕ προς την Ουκρανία.
Οικονομία πολέμου και αντοχές υπό δοκιμασία
Η ρωσική οικονομία προσαρμόστηκε στις δυτικές κυρώσεις, ανακατευθύνοντας εξαγωγές υδρογονανθράκων και ενισχύοντας τη στρατιωτική παραγωγή. Ωστόσο, η έλλειψη εργατικού δυναμικού, ο υψηλός πληθωρισμός και η πίεση στα δημόσια έσοδα δημιουργούν ρωγμές.
Η Ουκρανία έχει χάσει περίπου το ένα τρίτο του ΑΕΠ της από το 2022. Υποδομές, βιομηχανία και εξαγωγές έχουν πληγεί σοβαρά, ενώ μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού βρίσκεται είτε στο εξωτερικό είτε στο μέτωπο. Η μερική ανάκαμψη των τελευταίων μηνών στηρίζεται σε εξωτερική χρηματοδότηση.
Συμμαχίες, όπλα και μια διευρυμένη σύγκρουση επιρροής
Η πολεμική προσπάθεια του Κιέβου στηρίζεται στις παραδόσεις οπλικών συστημάτων και στην παροχή πληροφοριών από δυτικές χώρες. Η Ευρώπη έχει διαθέσει πάνω από 200 δισεκατομμύρια ευρώ σε βοήθεια, ενώ σημαντικά ποσά έχουν ήδη εγκριθεί για τα επόμενα έτη.
Οι ΗΠΑ, που είχαν προσφέρει βοήθεια ύψους 115 δισ. δολαρίων από το 2022, επανεξετάζουν τη στάση τους μετά την επιστροφή Τραμπ στον Λευκό Οίκο, συνδέοντας τη συνέχιση της υποστήριξης με συγκεκριμένους όρους.
Στην αντίπερα όχθη, η Ρωσία έχει λάβει πυρομαχικά και στρατιωτική υποστήριξη από τη Βόρεια Κορέα, καθώς και drones και πυραυλικά συστήματα από το Ιράν. Δυτικές κυβερνήσεις κατηγορούν επίσης την Κίνα ότι διευκολύνει την παράκαμψη των κυρώσεων.
Ένας πόλεμος χωρίς ορατό τέλος
Στην πέμπτη του χρονιά, ο πόλεμος στην Ουκρανία διαμορφώνει μια νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Τα χαρακώματα εκτείνονται για εκατοντάδες χιλιόμετρα, οι πόλεις στα σύνορα ζουν υπό τον ήχο των σειρήνων και η διπλωματία αναζητεί φόρμουλα συμβιβασμού. Το ερώτημα που κυριαρχεί δεν αφορά πλέον μόνο την έκβαση, αλλά τη μορφή της ειρήνης που θα προκύψει και το κόστος που θα αφήσει πίσω της.




