Σε μετωπική σύγκρουση με τη δικαστική εξουσία προχώρησε εκ νέου ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εξαπολύοντας σφοδρή επίθεση κατά του Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών με αφορμή την πρόσφατη απόφασή του που έκρινε άκυρους πολλούς από τους δασμούς που είχε επιβάλει.
Μέσω της πλατφόρμας Truth Social, ο Τραμπ κατηγόρησε το Δικαστήριο ότι «υποστηρίζει την Κίνα» και προειδοποίησε ότι ενδέχεται να εκδώσει και άλλες αποφάσεις που, όπως υποστηρίζει, θα ευνοούν ξένες χώρες εις βάρος των αμερικανικών συμφερόντων.
«Χωρίς σεβασμό»: προσωπική επίθεση στους δικαστές
Σε ιδιαίτερα επιθετικό τόνο, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο του έδωσε «κατά τύχη και ασυνειδήτως» περισσότερες εξουσίες, ενώ ταυτόχρονα κατήγγειλε την απόφαση για τους δασμούς ως «γελοία», «ηλίθια» και «πολύ πολωτική σε διεθνές επίπεδο».
Σε μία αποστροφή με σαφές πολιτικό μήνυμα, έγραψε ότι θα χρησιμοποιεί πλέον πεζά γράμματα για να αναφέρεται στο ανώτατο δικαστήριο «ελλείψει κάθε σεβασμού», εξαιρώντας μόνο τους τρεις δικαστές που μειοψήφησαν, τους οποίους χαρακτήρισε «Τρεις Μεγάλους».
Ο Τραμπ υποστήριξε ακόμη ότι, παρά τους περιορισμούς που του επέβαλε η απόφαση, εξακολουθεί να διαθέτει εργαλεία για να προχωρήσει σε «τρομερά» μέτρα κατά χωρών που, κατά την άποψή του, εκμεταλλεύονται τις Ηνωμένες Πολιτείες εδώ και δεκαετίες.
Στο στόχαστρο η Κίνα και οι εμπορικοί εταίροι
Η ρητορική του προέδρου συνδέεται άμεσα με την εμπορική του στρατηγική. Ο Τραμπ προειδοποίησε ότι «όλες οι χώρες» που θα επιχειρήσουν «να παίξουν» με τις συνέπειες της δικαστικής απόφασης θα βρεθούν αντιμέτωπες με «πολύ πιο υψηλούς» και «ακόμη χειρότερους» δασμούς από αυτούς που είχαν αποδεχθεί στο παρελθόν.
Η αναφορά στην Κίνα εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της αμερικανοκινεζικής εμπορικής αντιπαράθεσης, που παραμένει βασικός άξονας της οικονομικής και γεωπολιτικής πολιτικής της Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ εμφανίζεται αποφασισμένος να διατηρήσει σκληρή γραμμή, ακόμη και εάν αυτό συνεπάγεται σύγκρουση με τη δικαστική εξουσία.
Θεσμική ένταση ενόψει εκλογικού κύκλου
Η δημόσια αντιπαράθεση με το Ανώτατο Δικαστήριο αναδεικνύει τη θεσμική ένταση που διατρέχει το αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Η απόφαση για τους δασμούς περιορίζει τις προεδρικές αρμοδιότητες στον τομέα της εμπορικής πολιτικής, σε μια περίοδο όπου το ζήτημα της προστασίας της αμερικανικής βιομηχανίας βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας.
Η επιλογή του Τραμπ να επιτεθεί ευθέως στη δικαστική εξουσία συνιστά στρατηγική κλιμάκωσης με σαφή πολιτικό αποδέκτη: το εσωτερικό του ακροατήριο. Η σύγκρουση για τους δασμούς μετατρέπεται έτσι σε πεδίο ευρύτερης αντιπαράθεσης για τα όρια των εξουσιών του προέδρου και τον ρόλο των θεσμών στις Ηνωμένες Πολιτείες.






