Στις 27 Φεβρουαρίου 1943, μέσα στη βαριά σκιά της γερμανικής Κατοχής, ο Κωστής Παλαμάς άφηνε την τελευταία του πνοή. Την επόμενη ημέρα, η Αθήνα ξυπνούσε με την είδηση του θανάτου του ανθρώπου που είχε ταυτιστεί όσο λίγοι με τη γλώσσα, την ιστορία και την αυτοσυνείδηση του νεότερου ελληνισμού. Η κηδεία του, στις 28 Φεβρουαρίου, εξελίχθηκε σε μία από τις κορυφαίες στιγμές συλλογικής έκφρασης αντίστασης στα χρόνια της Κατοχής.
Η απώλειά του δεν ήταν ένα ακόμη πένθος σε μια εποχή μαζικού θανάτου. Υπήρξε γεγονός εθνικό. Το φέρετρό του μετατράπηκε σε σύμβολο· πάνω του ακούμπησε μια ολόκληρη χώρα που αναζητούσε φωνή και ανάσα ελευθερίας.
Την ίδια στιγμή, στο προπαγανδιστικό έντυπο «Κουαδρίβιο», ελληνόγλωσση έκδοση της ιταλικής «Tiberis», ο Ιταλός νεοελληνιστής Φιλίππο Μαρία Ποντάνι υπέγραφε αφιέρωμα στον Παλαμά. Μέσα σε ένα περιβάλλον φασίζοντων και ρατσιστικών δημοσιευμάτων, το κείμενό του ξεχώριζε ως αναγνώριση ενός ποιητή που είχε ήδη υπερβεί σύνορα και ιδεολογίες. Ο Ποντάνι απέδιδε στον Παλαμά τον τίτλο του «εθνικού ποιητή», ενός δημιουργού που εξέφρασε «τις υψηλότερες φωνές κάθε συνείδησης».
Η αντίστροφη μέτρηση και ο θάνατος μέσα στη σιωπή
Από τις αρχές Φεβρουαρίου του 1943, στους λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας κυκλοφορούσε με αγωνία η είδηση της επιδείνωσης της υγείας του 84χρονου ποιητή. Η βαριά γρίπη, σε συνδυασμό με την ηλικία του, οδήγησε σε πνευμονική ανεπάρκεια. Την ίδια περίοδο είχε προηγηθεί ο θάνατος της συζύγου του, Μαρίας Βάλβη, γεγονός που οι οικείοι του κράτησαν κρυφό για να τον προστατεύσουν. Εκείνος, σε στιγμές παραληρήματος, την αναζητούσε διαρκώς.
Οι εφημερίδες της 28ης Φεβρουαρίου κατέγραψαν με συγκίνηση την απώλεια. Το «Ελεύθερον Βήμα» και η «Καθημερινή» μιλούσαν για έναν δημιουργό που είχε καταστεί «αναπόσπαστο στοιχείο του εθνικού σώματος». Η Ιωάννα Τσάτσου σημείωνε στο ημερολόγιό της ότι οι Έλληνες είχαν ξεχάσει πως ο Παλαμάς ήταν θνητός.
Το 1943 ήταν χρονιά καμπής στον πόλεμο. Η ήττα της 6ης Στρατιάς του Adolf Hitler στο Στάλινγκραντ, οι αποφάσεις των Franklin D. Roosevelt και Winston Churchill για απόβαση στη Σικελία, οι σφαγές στην ελληνική ύπαιθρο και η πείνα στην Αθήνα συνέθεταν ένα σκηνικό ζόφου. Σε αυτό το περιβάλλον, ο θάνατος του Παλαμά λειτούργησε ως πυροδότης συσσωρευμένης οδύνης και αξιοπρέπειας.
Ο ποιητής της ψυχής και της ιστορικής συνείδησης
Ο Παλαμάς υπήρξε ηγετική μορφή της λεγόμενης Γενιάς του 1880 και από τους θεμελιωτές της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Από τον παρνασσισμό πέρασε στον συμβολισμό, διαμορφώνοντας ένα προσωπικό ύφος όπου η ιστορία, ο μύθος και το παρόν συνυφαίνονται.
Στον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» ύψωσε τη μορφή ενός ελεύθερου, δημιουργικού ανθρώπου που γκρεμίζει το παλιό και γεννά το νέο. Για τον ίδιο, «ποίηση είναι ο λόγος που πάει να γίνει τραγούδι». Η μουσικότητα δεν αποτελούσε τεχνικό γνώρισμα αλλά ουσία της ποιητικής πράξης.
Η προσωπική του ζωή σφραγίστηκε από βαθιά τραύματα, όπως ο θάνατος του μικρού του γιου Άλκη, που γέννησε τον σπαρακτικό «Τάφο». Ο πόλεμος, οι εθνικές ήττες και οι κοινωνικές εντάσεις άφησαν έντονο αποτύπωμα στο έργο του. Η ποίησή του εξελίχθηκε σε καταφύγιο και ταυτόχρονα σε κάλεσμα εγρήγορσης.
Δεκάδες χιλιάδες στην πομπή – «Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα»
Παρά την επιθυμία της οικογένειας να διατηρηθεί χαμηλός τόνος, η κηδεία του μετατράπηκε σε μαζική διαδήλωση. Δεκάδες χιλιάδες Αθηναίοι συνόδευσαν το φέρετρο από την οδό Περιάνδρου στην Πλάκα έως το Α΄ Νεκροταφείο. Η παρουσία των γερμανικών αρχών ήταν διακριτική αλλά απειλητική.
Στη νεκρώσιμη ακολουθία χοροστάτησε ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Η κορύφωση ήρθε όταν ο Άγγελος Σικελιανός στάθηκε μπροστά στο φέρετρο και απήγγειλε το ποίημά του: «Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα». Οι λέξεις του διαπέρασαν το πλήθος σαν ηλεκτρικό ρεύμα.
Όταν Γερμανός αξιωματικός επιχείρησε να αποθέσει στεφάνι «εκ μέρους του Γ΄ Ράιχ», ο Σικελιανός το άρπαξε και το εκσφενδόνισε έξω από το κοιμητήριο. Σχεδόν ταυτόχρονα, το πλήθος άρχισε να ψάλλει τον εθνικό ύμνο. Η στιγμή μετατράπηκε σε πράξη ανοιχτής, συλλογικής αντίστασης.
Μαρτυρίες της εποχής περιγράφουν νέους να παραμερίζουν τους νεκροπομπούς και να σηκώνουν στους ώμους το φέρετρο. Για πολλούς, εκείνη η ημέρα υπήρξε σημείο καμπής. Όπως αφηγήθηκαν αργότερα αυτόπτες μάρτυρες, το πένθος μεταμορφώθηκε σε αίσθηση ελευθερίας.
Η κληρονομιά μιας ημέρας
Ο θάνατος του Παλαμά συνέπεσε με μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Η κηδεία του απέδειξε ότι η πνευματική ηγεσία μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό γεγονός, χωρίς κομματικά λάβαρα, χωρίς οργανωμένο σχέδιο, μόνο με τη δύναμη του συμβολισμού.
Ο Παλαμάς υπήρξε ποιητής της ιστορικής συνέχειας και της εσωτερικής αναγέννησης. Στις 28 Φεβρουαρίου 1943, το έργο του απέκτησε μια ακόμη διάσταση: έγινε πράξη. Ένα φέρετρο μετατράπηκε σε βήμα και μια νεκρώσιμη ακολουθία σε δημόσια δήλωση αξιοπρέπειας.
Ογδόντα τρία χρόνια μετά, η εικόνα της λαοθάλασσας που τραγουδά τον εθνικό ύμνο συνοδεύοντας τον ποιητή παραμένει από τις πιο ισχυρές στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Σε εκείνη την πομπή, η λογοτεχνία συνάντησε την Ιστορία και η Ιστορία απάντησε με φωνή.


