Η ελληνική γλώσσα, της οποίας η Διεθνής Ημέρα τιμάται κάθε χρόνο στις 9 Φεβρουαρίου, αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από ένα μέσο επικοινωνίας ενός λαού. Είναι φορέας μνήμης, σκέψης και πολιτισμού, μια ζωντανή γλωσσική παράδοση που, μέσω της κλασικής παιδείας, έχει μετατραπεί σε παγκόσμια πνευματική κληρονομιά. Τον διαχρονικό θαυμασμό που εμπνέει διεθνώς τεκμηριώνουν με τις παρεμβάσεις τους στο ΑΠΕ-ΜΠΕ συγγραφείς, διανοούμενοι και ελληνιστές από την Ιταλία και την Ισπανία, δύο χώρες με βαθιές πολιτισμικές συγγένειες με την Ελλάδα και ισχυρή παρουσία των κλασικών σπουδών στο εκπαιδευτικό τους σύστημα.
Η ελληνική γλώσσα ως πηγή έμπνευσης και εσωτερική πατρίδα
Για την Ιταλίδα συγγραφέα Έλενα Ντ’ Αμπρότζο Ναβόνε, δημιουργό του επιτυχημένου βιβλίου Οι νύχτες της Κω, που σύντομα θα κυκλοφορήσει και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Εύμαρος, η ελληνική γλώσσα είναι μια αδιάκοπη πηγή νοήματος. Όπως σημειώνει, «σε κάθε λέξη υπάρχει η ανάσα του Αιγαίου και το θάρρος να ρωτάς την ίδια την ύπαρξη», παραπέμποντας στον Όμηρο και στη διαχρονική υπενθύμιση της ευθραυστότητας και της ομορφιάς της ζωής. Στο έργο της, τα νησιά, το φως και οι μνήμες μεταμορφώνουν την ελληνική γλώσσα σε μια βαθιά συναισθηματική εμπειρία, σε μια «εσωτερική πατρίδα» που αναγεννιέται όσο υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν, αγαπούν και ονειρεύονται στα ελληνικά.
Η ιταλική εμπειρία και η ζωντανή σχέση με την Ελλάδα
Τη διαρκή έλξη που ασκούν η ελληνική γλώσσα και τα γράμματα στην Ιταλία περιγράφει ο διευθυντής του Ιταλικού Ινστιτούτου στην Αθήνα, Φραντσέσκο Νέρι. Η επαφή του με τα αρχαία ελληνικά ξεκίνησε στο Κλασικό Λύκειο, σε ηλικία μόλις 14 ετών, και, όπως τονίζει, δεν διακόπηκε ποτέ. Η γνωριμία με τον αρχαίο κόσμο οδήγησε φυσικά στην επιθυμία να γνωρίσει τη σύγχρονη Ελλάδα και τη γλώσσα της.
Η υποχρεωτική διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στα ιταλικά Κλασικά Λύκεια λειτουργεί, σύμφωνα με τον ίδιο, όχι μόνο ως πύλη προς την αρχαιότητα, αλλά και ως γέφυρα κατανόησης και συμπάθειας προς τους σημερινούς Έλληνες. Το γεγονός ότι η Ιταλία είναι η χώρα όπου μελετώνται περισσότερο τα αρχαία ελληνικά παγκοσμίως προσδίδει στις ελληνοϊταλικές σχέσεις έναν ιδιαίτερο, σχεδόν προνομιακό χαρακτήρα.
Η ισπανική και καταλανική παράδοση του ελληνισμού
Ιδιαίτερη είναι και η σχέση της Ισπανίας –και ειδικότερα της Καταλωνίας– με τον ελληνικό πολιτισμό. Ο διακεκριμένος ελληνιστής και μεταφραστής του Καβάφη, Εουσέμπι Αγιένσα Πρατ, υπενθυμίζει ότι η χώρα έχει αναδείξει σημαντικούς μελετητές της ελληνικής γραμματείας, με εμβληματικές μορφές όπως ο Κάρλες Ρίμπα, ο Ζουζέπ Αλσίνα και ο Αλέξις-Εουδάλδ Σολά. Στα Πανεπιστήμια λειτουργούν ισχυρές σχολές αρχαίων ελληνικών, που συχνά αποτελούν τον προθάλαμο για τη νέα ελληνική γλώσσα, ενώ η διδασκαλία συνεχίζεται και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου οι μαθητές των ανθρωπιστικών λυκείων μπορούν να παρακολουθήσουν δύο έτη ελληνικών.
Ανθρωπιστικές σπουδές σε κρίση;
Παρά την καθολική αναγνώριση της σημασίας της ελληνικής γλώσσας στη διαμόρφωση του δυτικού –και ευρύτερα του παγκόσμιου– πολιτισμού, η διδασκαλία της δεν μένει ανεπηρέαστη από την κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών. Η τεχνολογική πρόοδος και τα νέα ψηφιακά περιβάλλοντα στρέφουν όλο και περισσότερους νέους προς πιο «χρήσιμες» ή θετικές κατευθύνσεις.
Όπως επισημαίνει ο Φραντσέσκο Νέρι, στην Ιταλία παρατηρείται μια ελαφρά μείωση των μαθητών στα Κλασικά Λύκεια, αν και τα τελευταία επιχειρούν να απαντήσουν στις προκλήσεις, συνδυάζοντας τις αρχαίες γλώσσες με την επιστήμη και την τεχνολογία. Στην Ισπανία, σύμφωνα με τον Αγιένσα, το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στα λύκεια, όπου συχνά οι τοπικές εκπαιδευτικές αρχές εμποδίζουν τη λειτουργία τμημάτων ελληνικών, ακόμη κι όταν αυτό προβλέπεται από τον νόμο.
Η πρόκληση της ταχύτητας και η αξία της εμβάθυνσης
Για τον καθηγητή Ελληνικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνιας, Καμίλο Νέρι, τα σύγχρονα τεχνολογικά επιτεύγματα επηρεάζουν καθοριστικά τον τρόπο πρόσληψης των αρχαίων ελληνικών. Η ταχύτητα και ο κατακερματισμός της προσοχής συγκρούονται με την απαιτητική διαδικασία της μετάφρασης και της βαθιάς κατανόησης ενός κειμένου. Υπό το βάρος μιας εκπαιδευτικής λογικής που προτάσσει τη λειτουργικότητα και την άμεση χρησιμότητα της γνώσης, τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά κινδυνεύουν να εκτοπιστούν από το σχολικό πρόγραμμα.
Κι όμως, όπως καταλήγει ο ίδιος, τα μεγάλα κλασικά κείμενα συνιστούν ευρωπαϊκή και παγκόσμια λογοτεχνία, μια κληρονομιά που αξίζει να διατηρηθεί για όσους θέλουν να τη διαβάζουν στο πρωτότυπο. Μια κληρονομιά ελευθερίας και σκέψης για τους πολίτες της τρίτης χιλιετίας – αρκεί να επιλέξουν να τη διαφυλάξουν.


