Στις 20 Φεβρουαρίου 2020 έφυγε από τη ζωή η Αθανασία Κρικέτου-Σάμαρη, η γυναίκα που για δεκαετίες δίχασε την κοινή γνώμη ως «Αγία Αθανασία του Αιγάλεω».
Για τους υποστηρικτές της υπήρξε εκλεκτή της Θεοτόκου. Για τους επικριτές της αποτέλεσε μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις θρησκευτικής απάτης στη μεταπολεμική Ελλάδα. Η διαδρομή της συνδέθηκε με τον Εμφύλιο, την αντικομμουνιστική ρητορική της εποχής και ένα πλέγμα σχέσεων με τοπικούς εκκλησιαστικούς και κρατικούς παράγοντες.
Από την Παλιά Μανωλάδα στα «οράματα»
Γεννημένη το 1928 στην Παλιά Μανωλάδα, η Αθανασία Κρικέτου μεγάλωσε σε αγροτικό περιβάλλον, χωρίς μόρφωση. Το 1945, σε ηλικία 17 ετών, υποστήριξε ότι είδε σε όραμα την Παναγία. Σύντομα διαδόθηκε ότι λάμβανε «μηνύματα» τα οποία εμφανίζονταν γραμμένα στο σώμα της.
Συγγενείς και γιατροί υπέδειξαν ως πιθανή εξήγηση τη δερμογραφία, μια πάθηση κατά την οποία το δέρμα αντιδρά σε ερεθισμούς και μπορεί να εμφανίσει ανάγλυφα σημάδια. Η επιστημονική αυτή ερμηνεία, ωστόσο, δεν ανέκοψε τη φημολογία. Τα υποτιθέμενα μηνύματα, συχνά με ορθογραφικές ατέλειες ή με σταυρούς αντί λέξεων, ενίσχυσαν τη λαϊκή περιέργεια και τη συρροή πιστών.
Η Αμαλιάδα και η επίσημη «αναγνώριση»
Το 1948, εν μέσω Εμφυλίου, η νεαρή γυναίκα βρέθηκε στην Αμαλιάδα, όπου τα «οράματα» επανήλθαν. Το φαινόμενο προσέλαβε μαζικές διαστάσεις. Ο τότε μητροπολίτης Ηλείας επισκέφθηκε το σπίτι της και, μετά από ολιγόλεπτη συνομιλία, δήλωσε δημόσια ότι η Θεομήτωρ έχει εμφανιστεί επανειλημμένως σε ευσεβείς χριστιανούς. Η δήλωση αυτή λειτούργησε ως θεσμική σφραγίδα αξιοπιστίας.
Ακολούθησαν λιτανείες με τη συμμετοχή κλήρου, δημοτικών αρχών, δικαστικών και σωμάτων ασφαλείας. Η Αθανασία εμφανιζόταν μπροστά σε πλήθη που προσκυνούσαν, σε μια συγκυρία όπου η θρησκευτική έξαρση συνδεόταν στενά με την ιδεολογική αντιπαράθεση της εποχής.
Η «ανάσταση» και το πολιτικό μήνυμα
Λίγο αργότερα οργανώθηκε ένα ακόμη επεισόδιο που ενίσχυσε τον μύθο: η ανακοίνωση του «θανάτου» της και η επάνοδός της στη ζωή. Μέσα στο φέρετρο, παρουσία κληρικών και αξιωματικών της χωροφυλακής, αφηγήθηκε εμπειρίες από τον «άλλο κόσμο», εντάσσοντας στο αφήγημά της σκηνές που ταίριαζαν με το αντικομμουνιστικό κλίμα της περιόδου.
Το περιστατικό καταγράφηκε από φωτορεπόρτερ και αναπαρήχθη ως θαυμαστό γεγονός. Η υπόθεση απέκτησε σαφή πολιτική διάσταση, καθώς τα «μηνύματα» ερμηνεύτηκαν από ορισμένους ως θεϊκή επικύρωση του «εθνικού αγώνα» κατά του Δημοκρατικού Στρατού.
Από τον μυστικισμό στην περιουσία
Τα επόμενα χρόνια η Αθανασία εγκαταστάθηκε στο Αιγάλεω και συγκρότησε γύρω της ένα δίκτυο πιστών. Δημιούργησε ιδρύματα, μεταξύ αυτών γηροκομείο στη Μάνδρα Αττικής με την επωνυμία «Παναγία Φανερωμένη». Καταγγελίες ανέφεραν ότι ηλικιωμένοι παραχωρούσαν περιουσιακά στοιχεία και συντάξεις για να γίνουν δεκτοί ως τρόφιμοι, ενώ κρατικοί έλεγχοι μίλησαν για προβληματικές συνθήκες διαβίωσης.
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και ιδίως τη δεκαετία του ’80, οι καταγγελίες πολλαπλασιάστηκαν. Η υπόθεση έφτασε επανειλημμένως στα δικαστήρια, χωρίς να υπάρξει οριστική καταδίκη. Δημοσιογραφικές έρευνες, όπως εκείνες της εκπομπής «Ρεπόρτερς», αποκάλυψαν σημαντική ακίνητη περιουσία, με την αξία της να υπολογίζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια δραχμές.
Η ρήξη με την Εκκλησία και η αποχώρηση
Το 1967 η επίσημη Εκκλησία προχώρησε στον αφορισμό της, κίνηση που ερμηνεύτηκε ως απόσταση από τις πρακτικές της. Το 1980 η απόφαση ανακλήθηκε. Σταδιακά, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η «Αγία του Αιγάλεω» αποσύρθηκε από το προσκήνιο, ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.
Η πορεία της Αθανασίας Κρικέτου-Σάμαρη αποτυπώνει μια σύνθετη ιστορία πίστης, πολιτικής εκμετάλλευσης, κοινωνικής ευπιστίας και οικονομικών συμφερόντων. Σε μια εποχή βαθιάς πόλωσης, η σύμπραξη θρησκευτικού συναισθήματος και κρατικής ισχύος δημιούργησε ένα φαινόμενο που σημάδεψε τη μεταπολεμική Ελλάδα και εξακολουθεί να προκαλεί αντιπαραθέσεις μέχρι σήμερα.


