Ένα σενάριο που μέχρι πρότινος θα έμοιαζε με επιστημονική φαντασία εξετάζουν πλέον σοβαρά οι αστρονόμοι: ο αστεροειδής 2024 YR4 ενδέχεται, μέσα στα επόμενα έξι χρόνια, να συγκρουστεί με τη Σελήνη, προκαλώντας ένα γεγονός με πιθανές συνέπειες τόσο για τη διαστημική υποδομή γύρω από τη Γη όσο και για τη μελλοντική εξερεύνηση του φυσικού μας δορυφόρου.
Ο ουράνιος βράχος ανακαλύφθηκε στα τέλη του 2024 από το σύστημα τηλεσκοπίων ATLAS, που έχει σχεδιαστεί για τον εντοπισμό δυνητικά επικίνδυνων αντικειμένων κοντά στη Γη. Αρχικά κατέγραψε την υψηλότερη πιθανότητα πρόσκρουσης με τον πλανήτη μας μεταξύ των γνωστών αστεροειδών, φθάνοντας στο αποκορύφωμα το 1 στις 32. Ωστόσο, νεότερες παρατηρήσεις έδειξαν ότι η σύγκρουση με τη Γη είναι πλέον σχεδόν αδύνατη.
Αντίθετα, οι τρέχοντες υπολογισμοί δίνουν πιθανότητα περίπου 4% να χτυπήσει τη Σελήνη το 2032. Παρότι το ποσοστό θεωρείται ακόμη «υπό όρους», το ενδεχόμενο δεν περνά απαρατήρητο από την επιστημονική κοινότητα.
Έκρηξη ισοδύναμη με 6,5 εκατ. τόνους TNT
Ο 2024 YR4 έχει διάμετρο περίπου 60 μέτρα — όσο ένα 15ώροφο κτίριο. Σύμφωνα με μελέτη του 2025, μια πρόσκρουση στη Σελήνη θα απελευθέρωνε ενέργεια ισοδύναμη με 6,5 εκατομμύρια τόνους TNT, δημιουργώντας κρατήρα διαμέτρου περίπου ενός χιλιομέτρου.
Η σύγκρουση θα εκτόξευε έως και 100.000 τόνους σεληνιακού υλικού στο διάστημα. Περίπου το 10% αυτών των θραυσμάτων — κυρίως σωματίδια μεγέθους 0,1 έως 10 χιλιοστών — θα μπορούσε να κινηθεί προς την περιοχή της Γης, δημιουργώντας δυνητικούς κινδύνους για δορυφόρους και διαστημικούς σταθμούς.
Οι προσομοιώσεις 10.000 σεναρίων τροχιάς δείχνουν ότι η πιθανότερη ζώνη πρόσκρουσης είναι ένας διάδρομος περίπου 3.000 χιλιομέτρων βόρεια του κρατήρα Τίχοφ. Αν η σύγκρουση συμβεί στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης, θα προκαλέσει λάμψη ορατή με γυμνό μάτι, συγκρίσιμη σε φωτεινότητα με την Αφροδίτη. Ωστόσο, λόγω της φάσης της Σελήνης την πιθανή ημέρα πρόσκρουσης, η πιθανότητα παρατήρησης χωρίς όργανα περιορίζεται στο 2,85%, αν και το φαινόμενο θα μπορούσε να καταγραφεί με ερασιτεχνικά τηλεσκόπια.
Κίνδυνος για δορυφόρους ή μοναδικό επιστημονικό πείραμα;
Η πιθανή εκτίναξη υλικού ενδέχεται να προκαλέσει έντονες «υπερμετεωρικές καταιγίδες» στην ατμόσφαιρα της Γης ημέρες ή και μήνες μετά το συμβάν. Παράλληλα, τα θραύσματα που θα πέσουν ξανά στη Σελήνη θα δημιουργήσουν χιλιάδες δευτερογενείς λάμψεις.
Ο Μπορίς Σουστόφ, επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Αστρονομίας της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, επισημαίνει ότι η πιθανότητα 4% ενδέχεται να μειωθεί σημαντικά με νέες μετρήσεις, όπως είχε συμβεί πριν από δύο δεκαετίες με τον αστεροειδή Απόφι. Όπως σημειώνει, η απειλή για τον πληθυσμό της Γης είναι ουσιαστικά αμελητέα, καθώς η ατμόσφαιρα απορροφά την ενέργεια σωμάτων έως δέκα μέτρων και τα μεγαλύτερα θραύσματα θα είναι λίγα.
Το ερώτημα αφορά κυρίως τα διαστημόπλοια σε χαμηλή γήινη τροχιά. Αν τα θραύσματα κρίσιμου μεγέθους είναι λίγες χιλιάδες, ο κίνδυνος σύγκρουσης με δορυφόρους θεωρείται μικρός. Αν όμως φθάσουν σε εκατομμύρια, οι κίνδυνοι αυξάνονται — χωρίς, πάντως, να προβλέπεται «ολική καταστροφή» της τροχιακής υποδομής.
Παράλληλα, ορισμένοι ερευνητές — όπως ο Yifan He από το Πανεπιστήμιο Tsinghua — βλέπουν στην πιθανή πρόσκρουση μια μοναδική επιστημονική ευκαιρία. Το σύστημα Γης–Σελήνης θα μπορούσε να μετατραπεί σε φυσικό εργαστήριο για τη μελέτη των μηχανισμών πρόσκρουσης, της φυσικής των υψηλών ταχυτήτων και των ιδιοτήτων του σεληνιακού εδάφους.
Πλανητική άμυνα ή αναμονή;
Το ενδεχόμενο εκτροπής του αστεροειδούς θεωρείται πρακτικά ανεφάρμοστο. Σύμφωνα με τον Σουστόφ, ακόμη και το επιτυχημένο πείραμα DART, που τροποποίησε ελαφρώς την τροχιά του Dimorphos, δεν παρέχει τεχνολογικά επαρκή λύση για ένα αντικείμενο που θα κινηθεί με ταχύτητα πολλαπλάσια. Η χρήση πυρηνικών όπλων αποκλείεται από διεθνείς συμφωνίες.
Ωστόσο, άλλοι ειδικοί, όπως ο Νάθαν Άισμοντ του Ινστιτούτου Διαστημικής Έρευνας, επισημαίνουν ότι έως το 2032 προγραμματίζονται εντατικές αποστολές και πιθανές βιομηχανικές δραστηριότητες στη Σελήνη. Μια πρόσκρουση κοντά σε μελλοντικές βάσεις θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές ζημιές.
Ταυτόχρονα, θα μπορούσε να προσφέρει κρίσιμα δεδομένα για την εσωτερική δομή της Σελήνης και την πιθανή ύπαρξη υδάτινου πάγου — ενός πόρου στρατηγικής σημασίας για επανδρωμένες αποστολές.
Τα επόμενα βήματα
Ήδη από τον Φεβρουάριο του 2024, ο 2024 YR4 βρέθηκε εντός της εμβέλειας παρατήρησης του Διαστημικού Τηλεσκοπίου James Webb. Οι μελλοντικές μετρήσεις θα καθορίσουν εάν η πιθανότητα σύγκρουσης θα μειωθεί δραστικά ή θα ενισχυθεί.
Μέχρι τότε, ο επιστημονικός διάλογος συνεχίζεται ανάμεσα σε δύο σχολές σκέψης: εκείνους που ζητούν ενίσχυση της πλανητικής άμυνας — ακόμη και με επέκταση του σχεδιασμού στη Σελήνη — και εκείνους που βλέπουν στο ενδεχόμενο αυτό μια σπάνια, ίσως ανεπανάληπτη, ευκαιρία κατανόησης των κοσμικών συγκρούσεων που διαμόρφωσαν το Ηλιακό Σύστημα.






