Της Βιβής Κεφαλά*
Η σύγχρονη πολιτική Ιστορία του Ιράν χαρακτηρίζεται από πολιτικές ανατροπές και ξένες επεμβάσεις, λόγω της γεωστρατηγικής και γεωοικονομικής του σημασίας.
Η ανατροπή του εκλεγμένου Πρωθυπουργού Μοχάμεντ Μοσαντέχ, το 1953, που εθνικοποίησε τα ιρανικά πετρέλαια, και έγινε με πραξικόπημα υποστηριζόμενο από το Λονδίνο και την Ουάσινγκτον, οδήγησε στην ενθρόνιση του Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος υιοθέτησε φιλοδυτική στάση και άσκησε την λεγόμενη πολιτική της ανακύκλωσης των πετροδολλαρίων, δηλαδή την δαπάνη μεγάλου τμήματος των πετρελαϊκών εσόδων της χώρας για την αγορά σύγχρονου εξοπλισμού από τις ΗΠΑ που αγόραζαν ιρανικό πετρέλαιο.
Παρ΄ότι η πολιτική του σάχη ήταν φιλοδυτική και επέβαλε τον δυτικό τρόπο ζωής, η πολιτική καταστολή ήταν δεδομένη μέσω της δράσης της διαβόητης μυστικής υπηρεσίας Σαβάκ, πράγμα που έκανε πολλούς Ιρανούς να στραφούν πολιτικά προς το Ισλάμ. Παράλληλα, ο σάχης είχε και την υποστήριξη των εμπόρων, το λεγόμενο παζάρι. Ωστόσο, το 1978 άρχισαν μαζικές διαδηλώσεις με οικονομικά και πολιτικά αιτήματα που αντιμετωπίστηκαν με την άσκηση αιματηρής βίας, χωρίς παρ΄όλα αυτά να καμφθούν οι διαδηλωτές. Τον Ιανουάριο του 1979, ο σάχης εγκατέλειψε την χώρα καταφεύγοντας, άρρωστος, στις ΗΠΑ όπου και πέθανε. Την 1η Φεβρουαρίου 1979, ο Αγιατολάχ Χομεϊνί επέστρεψε στο Ιράν από το Παρίσι, όπου είχε καταφύγει, και η θριαμβευτική υποδοχή που του έγινε απέδειξε την λαϊκή υποστήριξη που είχε. Δέκα ημέρες αργότερα ανακήρυξε το Ιράν ως Ισλαμική Δημοκρατία, εγκαθιδρύοντας ένα θεοκρατικό καθεστώς.
Έκτοτε, αρχίζει η αντιπαλότητα ΗΠΑ – Ιράν και η Τεχεράνη υφίσταται βαρύτατες οικονομικές κυρώσεις, για λόγους οικονομικούς, πολιτικούς και γεωστρατηγικούς, μία αντιπαλότητα που αυξάνεται με το πέρασμα του χρόνου, αφού η ιρανική πολιτική θεωρείται ως απειλή για την ασφάλεια του Κόλπου και του Ισραήλ, όπως επίσης και ως επίκεντρο του λεγόμενου άξονα της αντίστασης στην μεσανατολική πολιτική των ΗΠΑ.
Όπως και ο σάχης, έτσι και το νέο θεοκρατικό καθεστώς επέβαλε δια της βίας την προσαρμογή της ιρανικής κοινωνίας στα ισλαμικά πρότυπα και στηρίχθηκε στο λεγόμενο παζάρι αλλά και στους Φρουρούς της Επανάστασης, όπως επίσης και στους Μπασίτζ, παραστρατιωτική δύναμη που ιδρύθηκε το 1979 και υπάγεται στους Φρουρούς της Επανάστασης. Από το 1979 μέχρι σήμερα, το Ιράν συγκλονίστηκε από μαζικές διαδηλώσεις το 2009, εξ αιτίας των αμφιλεγόμενων εκλογικών αποτελεσμάτων, το 2019 εξ αιτίας των αυξανόμενων οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζαν οι πολίτες, το 2022 εξ αιτίας του θανάτου της Μάχσα Αμίνι στα χέρια της θρησκευτικής αστυνομίας. Ωστόσο, το καθεστώς παρέμεινε ακλόνητο.
Η διαρκώς επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση της χώρας (αξίζει να σημειωθεί ότι η ισοτιμία δολαρίου – ριάλ είναι ένα προς 1.075.000) σε μία ειρωνεία της Ιστορίας, οδήγησε τους εμπόρους, δηλαδή το παζάρι στήριγμα του καθεστώτος, σε έντονες διαμαρτυρίες. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου 2025, άρχισαν στην μεγάλη αγορά της Τεχεράνης οι ταραχές. Στις 2 Ιανουαρίου, ο Πρόεδρος Τράμπ απευθυνόμενος προς τους διαδηλωτές, τους παρότρυνε να συνεχίσουν επισημαίνοντας ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να επέμβουν για την σωτηρία τους.
Οι μαζικές διαδηλώσεις σε σχεδόν όλες τις ιρανικές πόλεις αντιμετωπίστηκαν με αιματηρότατη καταστολή και μαζικές συλλήψεις, αν και οι αριθμοί των νεκρών και των συλληφθέντων δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθούν, διότι το καθεστώς διέκοψε την λειτουργία του διαδικτύου, ενώ ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ κατηγόρησε τους διαδηλωτές ότι είναι υποκινούμενοι από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ και προσπαθούν να υπονομεύσουν την χώρα.
Παρά τις παροτρύνσεις Τράμπ προς τους διαδηλωτές να συνεχίσουν αλλά και τις απειλές για στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν εάν εκτελεστούν συλληφθέντες και εάν συνεχιστεί η βία κατά των πολιτών, ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν έχει αξιόπιστα μέσα στην διάθεσή του για να προστατεύσει τους διαδηλωτές, ούτε για να ανατρέψει το καθεστώς. Πράγματι, οι επιλογές Τράμπ είναι περιορισμένες, αφού αποκλείεται αμερικανική χερσαία επίθεση. Η επανάληψη δολοφονιών σημαντικών στελεχών του καθεστώτος, όπως αυτή του Σουλεϊμανί το 2020, αποδείχθηκαν ατελέσφορες. Τα στοχευμένα πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές, όπως φάνηκε και στον πόλεμο του Ιουνίου 2025, θα δημιουργήσουν προβλήματα στο καθεστώς αλλά δεν μπορούν να προκαλέσουν την πτώση του. Μαζικοί βομβαρδισμοί θα πλήξουν τον γενικό πληθυσμό και, αντίθετα προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, θα συσπειρώσουν τους πολίτες υπέρ του καθεστώτος.
Όπως προκύπτει, παρ΄ότι τις τελευταίες ημέρες φαίνεται να σταμάτησαν οι διαδηλώσεις, η κατάσταση είναι αδιέξοδη: το καθεστώς δεν μπορεί να ανατραπεί από ξένες δυνάμεις αλλά ούτε και από εσωτερικούς αντιπάλους και αυτό για δύο λόγους. Πρώτον οι Φρουροί της Επανάστασης συνεχίζουν να στηρίζουν το καθεστώς που τους δημιούργησε, ενώ ο στρατός και η αστυνομία έχουν ελάσσονα ρόλο. Δεύτερον, δεν υπάρχει καμία οργανωμένη αντιπολίτευση που θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα λαϊκό κίνημα με στρατηγική, στόχους και συντονισμένη δράση, ώστε να μπορέσει να προκαλέσει την πτώση του καθεστώτος. Όσο για τον γιό του έκπτωτου σάχη που δήλωσε ότι θα επιστρέψει στο Ιράν και θα διεκδικήσει την εξουσία, ούτε αρκετούς υποστηρικτές έχει, αν έχει, ούτε την συγκατάθεση της Ουάσινγκτον διαθέτει.
Πρόκειται επομένως για το απόλυτο αδιέξοδο, πράγμα που σημαίνει ότι ο ιρανικός λαός θα συνεχίσει να υφίσταται τα πάνδεινα, μέχρι να δημιουργηθεί ο πολιτικός καταλύτης που θα ανατρέψει το θεοκρατικό καθεστώς και θα εγκαθιδρύσει, επί τέλους, την Δημοκρατία στην χώρα.
*Καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική, Διευθύντρια του Κέντρου Ανάλυσης Μεσανατολικής Πολιτικής (ΚΕΑΜΕΠ)






