Στη δεκαετία του 1990 η Αριστερά κινήθηκε σε ένα πολιτικό περιβάλλον σχεδόν ασφυκτικό. Ο νεοφιλελευθερισμός παρουσιαζόταν ως μονόδρομος (ΤΙΝΑ) και η διαχείρισή του γινόταν από δύο εκδοχές του ίδιου σχεδίου: Της φιλελεύθερης Δεξιάς και της “εκσυγχρονιστικής” Κεντροαριστεράς.
Οι όποιες αναζητήσεις εναλλακτικής πολιτικής αντιμετωπίζονταν ως αναχρονισμός, γραφικότητα ή επικίνδυνη «νεοκομμουνιστική μετάλλαξη». Η ειρωνεία είναι ότι αυτή η απόρριψη δεν προερχόταν μόνο από τους πολιτικούς αντιπάλους, αλλά συχνά και από εσωτερικές φωνές και τάσεις της ίδιας της Αριστεράς.
Σήμερα, μετά τα μνημόνια, την πανδημία και την εμπειρία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, το τοπίο έχει αλλάξει ριζικά. Η διεθνής πολιτική και οικονομική τάξη βρίσκεται σε βαθιά κρίση και έχει καταστεί σαφές ότι το ποιος κυβερνά δεν είναι αδιάφορο. Η εξουσία δεν είναι παντοδύναμη, αλλά δεν είναι και ουδέτερη.
Η διακυβέρνηση ως υποχρέωση και όχι ως πειρασμός
Σε αυτό το πλαίσιο, η Αριστερά δεν έχει την πολυτέλεια της απόσυρσης στην καθαρή (ιδεολογικά) γωνίτσα της. Η επιλογή της «ηθικής καθαρότητας» από τη γωνία ισοδυναμεί με πολιτική αυτοακύρωση. Η διεκδίκηση ρόλου στη διακυβέρνηση δεν είναι ιδεολογική υποχώρηση· είναι αναγκαία συνθήκη για να παραχθούν πραγματικά αποτελέσματα και για να εκφραστεί το πλειοψηφικό αίτημα για αλλαγή που ξεπερνάει το 61% όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις.
Αυτό όμως δεν γίνεται με ευχές ή γενικές διακηρύξεις. Προϋποθέτει δύο πράγματα: ένα ελάχιστο κοινό παρονομαστή ως βάση για ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα και μια συνεκτική στρατηγική συμμαχιών.
Τι σημαίνει ελάχιστο πρόγραμμα στην πράξη
Ένα τέτοιο πρόγραμμα 4-5 κεντρικών σημείων συμφωνίας δεν μπορεί είναι το άθροισμα των επιθυμιών της Αριστεράς, αλλά ο κατάλογος όσων μπορούν πράγματι να αλλάξουν με δεδομένους τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς. Όσοι ζητούν περισσότερα θα πρέπει να καταλάβουν και να παραδεχτούν ότι υπάρχουν στόχοι που δεν έχουν ωριμάσει ή δεν είναι εφικτοί στο παρόν στάδιο. Η κυβερνητική πρόταση οφείλει να εστιάζει σε όσα μπορούν να υλοποιηθούν και να βελτιώσουν ουσιαστικά τη ζωή των πολλών και την πορεία της χώρας.
Αυτό το φίλτρο ρεαλισμού δεν ακυρώνει το όραμα. Το προστατεύει από τη γελοιοποίηση.
Συμμαχίες χωρίς αυταπάτες
Η πολιτική συμμαχιών είναι αναπόσπαστο μέρος κάθε στρατηγικής με κυβερνητικό ορίζοντα. Και εδώ υπάρχουν δύο αλήθειες που συχνά αποφεύγονται:
Πρώτον, δεν υπάρχουν συμμαχίες χωρίς παραχωρήσεις. Η απαίτηση οι άλλοι να ευθυγραμμιστούν πλήρως με τη δική σου γραμμή δεν είναι στρατηγική, είναι αλαζονεία.
Δεύτερον, όσο πιο ισχυρές είναι οι κοινωνικές και ταξικές αναφορές ενός πολιτικού φορέα και όσο μεγαλύτερη η πολιτική του αυτονομία, τόσο πιο καθαρές και αποτελεσματικές μπορούν να είναι οι συμμαχίες του.
Η αποτυχία της Αριστεράς μέχρι τώρα
Εδώ εντοπίζεται και το βασικό πρόβλημα τόσο του ΣΥΡΙΖΑ όσο και της Νέας Αριστεράς. Παρά το υψηλό επίπεδο του πολιτικού της προσωπικού, δεν έχουν καταφέρει να πατήσουν ξανά γερά στα πόδια τους. Δεν καθορίζουν τις εξελίξεις, δεν αφήνουν αποτύπωμα. Είτε ακολουθούν παθητικά, είτε κινδυνεύουν να συρρικνωθεί πολιτικά, επιλέγοντας την αυτάρεσκη απομόνωση.
Η επιφύλαξη πολλών απέναντι στις συμμαχίες είναι κατανοητή. Κανείς δεν θέλει να «τσαλαβουτήσει» χωρίς όρους. Όμως σήμερα το βασικό εμπόδιο δεν είναι οι προγραμματικές διαφορές. Είναι ο κατακερματισμός, ο ναρκισσισμός, η αυτάρκεια και οι γραφικότητες ενός χώρου που δυσκολεύεται να μιλήσει με αισιοδοξία και εμπιστοσύνη.
Το παράδειγμα της Γαλλίας και η ελληνική αμηχανία
Δεν είναι τυχαίο ότι όταν το βλέμμα στρέφεται στη Γαλλία, το αίτημα για ένα Λαϊκό Μέτωπο ακούγεται αυτονόητο. Όταν όμως η συζήτηση αφορά το εσωτερικό πολιτικό πεδίο, κυριαρχεί η λογική της παραίτησης: καλύτερα μικροί και «καθαροί», παρά μπλεγμένοι και αποτελεσματικοί.
Η Νέα Αριστερά που αυτές τις ημέρες πραγματοποιεί, επιτέλους, το συνέδριό της οφείλει, όπως άλλωστε και ο ΣΥΡΙΖΑ, πρώτα απ’ όλα να αναγνωρίσει την πολιτική και οργανωτική της αδράνεια. Είναι ένα πρόβλημα που συζητείται χαμηλόφωνα, αλλά σπάνια αντιμετωπίζεται ανοιχτά. Χωρίς αυτή την αυτογνωσία, καμία στρατηγική δεν μπορεί να προχωρήσει.
Το δεύτερο βήμα είναι η επεξεργασία μιας στρατηγικής συμμαχιών με καθαρό κυβερνητικό ορίζοντα, βασισμένη στην ανανέωση: προσώπων, στόχων, μεθόδων, πολιτικού λόγου και πολιτικού ήθους. Όχι ως σύνθημα, αλλά ως πράξη.
Από την αξιοπρέπεια στην πολιτική αποτελεσματικότητα
Η Αριστερά οφείλει να υπερασπιστεί την αξιοπρέπεια και το φιλότιμο του κόσμου της. Αυτό, όμως, δεν έχει νόημα να συμβαίνει μόνο σε κλειστές αίθουσες και εσωκομματικές διαδικασίες. Πρέπει να μεταφραστεί σε παρουσία και πρόταση στο ανοιχτό πολιτικό πεδίο.
Το προηγούμενο διάστημα, η κοινωνία είδε έναν χώρο που απαντούσε στις προσδοκίες της με παραγοντισμό, κλισέ, προσωπολατρία και απλοϊκότητα. Το ζητούμενο πλέον είναι ένα ποιοτικό άλμα. Γιατί η πολιτική γωνία και το 3,5 ή το 1,5% στην πρόθεση ψήφου δεν παράγουν πολιτικά αποτελέσματα. Οι σημερινές οργανωμένες δυνάμεις της Αριστεράς και οι ηγεσίες τους πρέπει να αναλάβουν πλέον την ευθύνη, ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος. Είναι τώρα.






