25 Ιαν 2026

Δείτε επίσης

Το Λαϊκό Μέτωπο έχει πεθάνει στη Γαλλία, δεν μπορεί να αναστηθεί στην Ελλάδα και ιδού οι λόγοι…

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Στην εγχώρια κεντροαριστερά, η συνεργασία των γαλλικών πολιτικών δυνάμεων του αντίστοιχου πολιτικού χώρου, γνωστή ως Νέο Λαϊκό Μέτωπο, επισημαίνεται ακόμα και σήμερα ως “παράδειγμα προς μίμηση”. Στη ρητορική, μάλιστα, κάποιων στελεχών -κυρίως της Νέας Αριστεράς και (λιγότερο) του ΣΥΡΙΖΑ- αναφέρεται περίπου ως ένα “ιερό δισκοπότηρο” ιστορικού συμβιβασμού. Τα πράγματα, όμως, είναι πιά αρκετά διαφορετικά.

Η ίδρυση του Nouveau Front Populaire – NFP ανακοινώθηκε τον Ιούνιο του 2024, μόλις μία ημέρα μετά την απόφαση του Προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση και να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Η τελική συμφωνία για το κοινό πρόγραμμα και τη διανομή των υποψηφιοτήτων επισφραγίστηκε στις 13 Ιουνίου 2024. Αφενός η σύμπραξη απέναντι στον Μακρόν, αφετέρου η ανάγκη να υπάρξει μία εναλλακτική πρόταση απέναντι στην επελαύνουσα ακροδεξιά του RN (Εθνικός Συναγερμός) της Μαρίν Λεπέν, ήταν οι δύο βασικοί λόγοι γι’ αυτή την πειραματική αλλά αναμφίβολα ενδιαφέρουσα πολιτική σύγκλιση.

Κυριολεκτικά σε χρόνο ρεκόρ οι συνεργαζόμενες δυνάμεις (η Ανυπότακτη Γαλλία (LFI) του Ζαν-Λικ Μελανσόν, το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS), οι Οικολόγοι (Les Écologistes) και το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα -PCF) κατόρθωσαν να συμφωνήσουν σε ένα περιεκτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης 24 μόνο σελίδων που ονομάστηκε “Νομοθετικό Συμβόλαιο” (Contrat de législature) και περιείχε 150 γενικές -αλλά όχι αόριστες- αρχές, εκκινώντας από τον “καιρό των μετασχηματισμών” με μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες αρχές για αλλαγές στους θεσμούς και την ευρωπαϊκή προοπτική της Γαλλίας.

Έκτοτε, πολλά έχουν αλλάξει. Το NFP παραμένει ακόμα εν ισχύ, ωστόσο οι διαφωνίες που έχουν προκύψει είναι τόσο σημαντικές που θεωρείται βέβαιο πώς στις προεδρικές εκλογές του 2027 δεν πρόκειται να συνυπάρξουν εκ νέου τουλάχιστον τα περισσότερα από τα κόμματα αυτά.

Η ρήξη εντοπίζεται, αφενός στην πολιτική προσωπικότητα του Μελανσόν που κινείται σε θέσεις πολύ ριζοσπαστικές, ενίοτε ακραίες, αφετέρου στον διχασμό των Σοσιαλιστών, στελέχη των οποίων προκρίνουν πιά ακόμα και τη συνεργασία με το κόμμα του Μακρόν ως ανάχωμα απέναντι στην ακροδεξιά, είτε αυτής ηγηθεί η Λεπέν (εκκρεμούν δικαστικές αποφάσεις που πιθανότατα θα την θέσουν εκτός προεδρικής κούρσας) είτε ο νεαρός Μπαρντελά που σαρώνει στις δημοσκοπήσεις.

Συνοπτικά οι διαφωνίες στο NFP είναι:

  • Στρατηγικές Διαφωνίες: Υπάρχει σαφής απόκλιση μεταξύ των μετροπαθών Σοσιαλιστών (PS) και της Ανυπότακτης Γαλλίας (LFI) του Μελανσόν. Οι Σοσιαλιστές έχουν δηλώσει ότι δεν προτίθενται να κατέβουν σε κοινή θέση με το LFI στις προεδρικές εκλογές του 2027, ενώ και για τις επερχόμενες δημοτικές εκλογές του Μαρτίου 2026 , η συνεργασία σε εθνικό επίπεδο είναι αμφίβολη, με πολλές πόλεις να προχωρούν σε αυτόνομες υποψηφιότητες.
  • Στόχος 2026-2027: Παρά τις τριβές, η συμμαχία διατηρείται ως «τείχος» κατά του Εθνικού Συναγερμού (RN). Ωστόσο, η συζήτηση για μια κοινή προκριματική εκλογή (πρωτοβάθμια) για το 2027 έχει ήδη ξεκινήσει από τη συγκεκριμένη στελέχη της αριστεράς, προκειμένου να αποφευχθεί η πλήρης διάσπαση. 

Τυπικά η αρχική συμφωνία ισχύει στο κοινοβούλιο , αλλά η πολιτική συνοχή της συμμαχίας είναι εξαιρετικά εύθραυστη.

Η καθ’ ημάς αέναη συζήτηση περί συνεργασιών

Η σχετική συζήτηση καθ΄ ημάς άρχισε να φουντώνει μετά τις ευρωεκλογές και την δυσχερή θέση στην οποία περιήλθε η Ν.Δ έχοντας χάσει 13 ποσοστιαίες μονάδες από το εκλογικό ποσοστό (41%) της εθνικής αναμέτρησης του 2023.

Ωστόσο, πρόκειται για ένα σχήμα που χρησιμοποιείται ως “δέον γενέσθαι”, απέχει, όμως, πολύ από την πραγματικότητα στον χώρο της κεντροαριστεράς.

Θα μπορούσε να απαριθμήσει κανείς αρκετούς λόγους, αν και οι βασικότεροι είναι:

Το γαλλικό μέτωπο κατά της ακροδεξιάς της Λεπέν δεν διαθέτει ελληνικό αντίστοιχο, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει το “φόβητρο” μιας προσωπικότητας χαρισματικής όπως η ηγέτης του RN.

Κόμματα και στελέχη κομμάτων στη χώρα μας επικαλέστηκαν το μοντέλο του NFP όχι απέναντι στην ακροδεξιά αλλά ως αντίπαλο δέος στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Παρά το δημοσκοπικό εύρημα της τάσης για πολιτική αλλαγή, το οποίο επικαλούνται στο ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά, η πραγματικότητα δείχνει ότι η τάση δεν είναι εύκολο να εκπροσωπηθεί διότι δεν είναι καν συνεκτική. Μπορεί να υπάρχει μεγάλη δυσαρέσκεια για επί μέρους πολιτικές της κυβέρνησης, αυτή, ωστόσο, δεν επιδρά ως κύμα απέναντι στο οποίο πρέπει να ορθωθεί ένας κυματοθραύστης συνεργασίας των “προοδευτικών κομμάτων”. Ας μην γελιόμαστε, η Ν.Δ δεν θα μπορούσε ποτέ να χρησιμοποιηθεί ως “φόβητρο” όπως η Λεπέν για ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος στη Γαλλία. Δημοσκοπικά είναι ανθεκτική και εξαιτίας του κατακερματισμού της αντιπολίτευσης διατηρεί χαρακτηριστικά πολιτικής κυριαρχίας.

-NFP αλά ελληνικά δεν θα μπορούσε εύκολα να υπάρξει. Στη Γαλλία συμφώνησαν ακαριαία σε μίνιμουμ κυβερνητικό πρόγραμμα και κοινό ψηφοδέλτιο, καθ΄ ημάς κάτι τέτοιο φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο. Το ΠΑΣΟΚ είναι οχυρωμένο πίσω από τη συνεδριακή του απόφαση για αυτόνομη εκλογική κάθοδο και, θεωρητικά, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αλλάξει μόνο στο συνέδριο του στα τέλη Μαρτίου. Εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο και προκριθεί μέχρι τέλους η αυτονομία, κάθε αναφορά στο γαλλικό παράδειγμα είναι μόνο για το εσωτερικό blame game στην κεντροαριστερά. Από την άλλη ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά έχουν μικρή έως σχεδόν μηδενική επιρροή πλέον, ενώ το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα επιλέγει, ως φαίνεται, να υπερβεί αυτή την διαπιστωμένη αδυναμία συγκλίσεων και προτιμά να ενσωματώσει την έννοια της ανασύνθεσης και να εκπροσωπήσει μόνο του αυτό που δεν μπόρεσαν να κάνουν οι άλλοι μαζί.

-Ο κίνδυνος στο ελληνικό πολιτικό σύστημα λέγεται αντισυστημισμός, αν κι αυτός ακόμα είναι μέχρις ώρας κατακερματισμένος σε μικρότερα κόμματα, αν και όλα μαζί αθροίζουν περίπου το ποσοστό που δημοσκοπικά κατέγραφε η Μαρίν Λεπέν πριν τις εκλογές του 2024 (δείτε εδώ τα αποτελέσματα των γαλλικών εκλογών). Η επίκληση της ανάγκης για ένα ελληνικό NFP εστιάζεται ως απάντηση στη Ν.Δ -που όπως προείπαμε δεν μπορεί να λειτουργήσει ως “σκιάχτρο”- και όχι τόσο στον αντισυστημισμό. Τον τελευταίο τα κόμματα της κεντροαριστεράς δεν τον έχουν αναδείξει ακόμα ως κίνδυνο για τους θεσμούς, οι πιό ηχηρές παρεμβάσεις εναντίον, δε, προέρχονται περισσότερο από κυβερνητικά στελέχη και λιγότερο από το ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά. Να σημειωθεί ότι ο μόνος μέχρι τώρα, αν και όχι ολοκληρωμένα και καταγγελτικά, που έχει επισημάνει τον κίνδυνο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη και αντίστοιχων φαινομένων στη χώρα μας είναι ο Αλέξης Τσίπρας.

-Το κόμμα Καρυστιανού, ειδικότερα, ενώ έχει, με βάση τα πρώτα δείγματα γραφής, έντονα στοιχεία αντισυστημισμού, ακόμα και ακροδεξιάς ρητορικής, δεν έχει μπει στο στόχαστρο και υποτιμάται ως κίνδυνος, εξαιτίας, πιθανότατα, της συναισθηματικής φόρτισης που συγκεντρώνει το πρόσωπο και της δημοφιλίας της ίδιας της αρχηγού του. Μπορεί η ένταση να αυξηθεί μόλις ιδρυθεί επίσημα το νέο κόμμα, όμως χάνεται πολύτιμος χρόνος για να κερδηθεί η συμπάθεια αμφιταλαντευόμενων και αναποφάσιστων πολιτών. Η δημοσκοπική ζώνη των απογοητευμένων είναι ένας χώρος από τον οποίο το υπό ίδρυση κόμμα αντλεί μεγάλο αριθμό δυνητικών ψηφοφόρων, την ίδια ώρα που δείχνουν να την προτιμούν ως επιλογή και σημαντικά τμήματα των εκλογικών ακροατηρίων όλων των κομμάτων.

Αδύναμος κρίκος οι Σοσιαλιστές

Εν κατακλείδι, το γαλλικό παράδειγμα μάλλον έχει πάψει προ πολλού να υπάρχει ως προοπτική στην ελληνική κεντροαριστερά. Αξίζει να επισημανθεί ότι, όπως και στη Γαλλία, ο αδύναμος κρίκος (πλην της συχνά ακραίας και συγκρουσιακής φιγούρας του Μελανσόν) είναι το ΠΑΣΟΚ (αντίστοιχο, σε γενικές γραμμές του PS).

Για παράδειγμα, κορυφαία στελέχη του έχουν αποστασιοποιηθεί πλέον από το NFP και επιστρέφουν στις εκδοχές της αυτονομίας, της συνεργασίας με τους Μακρονιστές, ακόμα και με τους Ρεπουμπλικανούς.

  • Ο Ραφαέλ Γκλυκσμάν: Ο επικεφαλής του κινήματος Place Publique και ευρωβουλευτής, αν και συμμετείχε στο NFP, έχει πάρει σαφείς αποστάσεις από τη ριζοσπαστική γραμμή της αριστεράς. Υποστηρίζει τη δημιουργία ενός «ευρέος σοσιαλδημοκρατικού μετωπικού» που περιλαμβάνει κεντροαριστερούς και μετριοπαθείς μακρονιστές, εστιάζοντας στην ευρωπαϊκή άμυνα και την οικολογική μετάβαση.
  • Καρόλ Ντελγκά: Η Πρόεδρος της περιφέρειας της Οξιτανίας αποτελεί την ηγητική μορφή των «αντιφρονούντων» εντός του PS. Έχει ταχθεί υπέρ μιας συμμαχίας με τις «ρεπουμπλικανικές δυνάμεις» (συμπεριλαμβανομένου του στρατοπέδου Μακρόν) για τον σχηματισμό της κυβέρνησης, αποκλείοντας τη συνεργασία με το LFI.
  • Νικολά Μαγιέρ-Ροσινιόλ: Ο δήμαρχος της Ρουέν και βασικός εσωκομματικός αντίπαλος του Olivier Faure (του νυν ηγέτη των Σοσιαλιστών), ο οποίος αμφισβητεί τη στρατηγική υποταγή του κόμματος στον Μελανσόν και τάσσεται υπέρ μιας πιο αυτόνομης και μετριοπαθούς.

Κατ’ αναλογία, είναι προφανές πώς αντίστοιχες τάσεις που εκφράζονται από κορυφαία στελέχη του υπάρχουν και εδώ στο ΠΑΣΟΚ.

Αυτά, προς γνώση, συμμόρφωση και αποφυγή της επίκλησης μοντέλων…

Δείτε επίσης

Το Λαϊκό Μέτωπο έχει πεθάνει στη Γαλλία, δεν μπορεί να αναστηθεί στην Ελλάδα και ιδού οι λόγοι... | Anatropi News.gr