Υπό κανονικές συνθήκες, η Μαρία Καρυστιανού, αφ’ ης στιγμής αξιολόγησε ότι η επιδίωξή της για άρση του (κατά την ίδια) πέπλου της συγκάλυψης των ευθυνών για την τραγωδία των Τεμπών απαιτεί την ίδρυση (νέου) κόμματος, θα έπρεπε να χτυπήσει την μία μετά την άλλη τις πόρτες των σπιτιών των χαροκαμένων οικογενειών που επί τρία χρόνια στέκονται δίπλα της στον ίδιο αγώνα και μοιράζονται τον ίδιο προσωπικό πόνο.
Θα έπρεπε να μιλήσει εκ βαθέων με τον Πάνο Ρούτσι, τον Παύλο Ασλανίδη, τον Νίκο Πλακιά, καθέναν από τους γονείς και τους συγγενείς των 57 νεκρών και των δεκάδων τραυματιών. Με απλά λόγια θα τους έλεγε “Καταλαβαίνετε, μας κοροϊδεύουν. Πρέπει να μπούμε στη Βουλή, να γίνουμε κυβέρνηση για να αποκαταστήσουμε τη Δικαιοσύνη σ΄ αυτό τον τόπο”. Αυτό θα απαιτούσε, βεβαίως, σχετικό κόπο και πειστική επιχειρηματολογία.
Θα μπορούσαν ορισμένοι απ΄ αυτούς, φερ’ ειπείν, να της πουν ότι αρκεί “να πέσει αυτή η κυβέρνηση” και ως εκ τούτου πρέπει να ενωθεί η φωνή τους με εκείνη κάποιου κόμματος ή κάποιων κομμάτων της αντιπολίτευσης. Θα μπορούσαν να της πουν ότι αρκεί η πίεση των 2.000.000 ανθρώπων που στάθηκαν δίπλα τους στα συλλαλητήρια. Θα μπορούσαν να της πουν ότι πρέπει να εξαντληθούν όλα τα μέσα και να δοθεί η μάχη στη δίκη που ξεκινάει τον Μάρτιο. Κάποιοι μπορεί να συμφωνούσαν μαζί της και να συνέδραμαν στη δημιουργία κόμματος. Θα είχε, όμως, συζητηθεί το θέμα, ο κοινός πόνος θα είχε γίνει κοινός τόπος, ή, έστω, οι δρόμοι τους θα είχαν χωρίσει ήρεμα και συναινετικά.
Τώρα, ο σύλλογος “Τέμπη ’23” κινδυνεύει να διασπαστεί, να γίνει πεδίο αντεγκλήσεων, ο πόνος να δώσει τη θέση του σε κατηγορίες, σε μομφές, σε σκοπιμότητες. Ήδη, αρκετοί γονείς θυμάτων της υπενθυμίζουν ότι τόσο καιρό λένε “όχι σε κόμματα, όχι σε χρώματα”, και την εγκαλούν που μετατρέπει τη σημαία της Δικαιοσύνης σε κομματικό λάβαρο.
Πέραν όσων αφελών, ασχεδίαστων και άκρως συντηρητικών έχει διατυπώσει ως προοίμιο κομματικού μανιφέστου στη συνέντευξή της στο Kontra Channel, η κυρία Καρυστιανού διέπραξε το λάθος να διχάσει το μέτωπο των οικογενειών των θυμάτων των Τεμπών που έδρασε επί τρία χρόνια ως προφυλακή της επιδίωξης της συντριπτικής πλειονότητας των πολιτών να χυθεί φως και να αποδοθούν ευθύνες- σε πολιτικά και μη πολιτικά πρόσωπα.
Στις δημοσκοπήσεις, πέρυσι, το 80%+ των πολιτών κατηγορούσαν την κυβέρνηση για προσπάθεια συγκάλυψης και το 70%+ την αντιπολίτευση για “εργαλειοποίηση” της τραγωδίας. Ένα νέο κόμμα, το δικό της κόμμα, που θα έχει απέναντι τους άλλους γονείς και συγγενείς, δεν κινδυνεύει να δημιουργήσει υπόνοιες παρόμοιας “εργαλειοποίησης”;
Τώρα, οι συμπαραστάτες της δεν θα είναι πλέον οι απλοί δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, ανένταχτοι που κατέκλυσαν την πλατεία Συντάγματος. Δεν θα είναι οι άνθρωποι που έκαναν προβολή του εαυτού τους στη νύχτα της τραγωδίας και “είδαν” τα δικά τους παιδιά στο τραίνο. Δυστυχώς, θα τους θεωρεί πλέον (και) ψηφοφόρους. Κι αυτό μπορεί να κάνει κακό στην ουσία αυτής της ιστορίας πόνου, πολιτικής υποκρισίας, πιθανής συγκάλυψης και τεράστιου θεσμικού ελλείμματος που ανέδειξε εκείνη η σκοτεινή νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023. Η νύχτα που θρυμμάτισε τον κοινωνικό και πολιτικό χρόνο.






