23 Ιαν 2026

Δείτε επίσης

Θόδωρος Τσίκας / Η Γροιλανδία και η ρωγμή στη Δύση: Τραμπ, ΝΑΤΟ και το μέλλον των ευρωατλαντικών σχέσεων

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Του Θόδωρου Τσίκα*

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για το ενδεχόμενο αμερικανικής «απόκτησης» της Γροιλανδίας, καθώς και η έκτακτη Σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ακολούθησε, δεν αφορούν απλώς ένα ιδιόμορφο διπλωματικό επεισόδιο. Αγγίζουν τον πυρήνα των ευρωατλαντικών σχέσεων και θέτουν εκ νέου το ερώτημα της συνοχής της Δύσης σε μια στιγμή κατά την οποία στην Ουκρανία διεξάγεται ο μεγαλύτερος πόλεμος στην Ευρώπη μετά το 1945.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν βρίσκεται στο στρατηγικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Γροιλανδία, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε το ζήτημα. Με όρους συναλλαγής και σχεδόν αποικιακής λογικής, αμφισβήτησε εμμέσως το καθεστώς ενός εδάφους που ανήκει – με καθεστώς αυτονομίας – στη Δανία, κράτος–μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σύμμαχο στο ΝΑΤΟ. Η στάση αυτή δεν συνιστά απλώς διπλωματική απερισκεψία. Υπονομεύει θεμελιώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ευρωπαϊκή κυριαρχία.

Η αντίδραση της Ε.Ε., μέσω της έκτακτης Συνόδου Κορυφής, υπήρξε συγκρατημένη αλλά αποκαλυπτική. Πίσω από τις προσεκτικές διατυπώσεις διαφάνηκε ο φόβος ότι μια πιθανή νέα προεδρία Τραμπ θα επαναφέρει μια αμερικανική εξωτερική πολιτική απρόβλεπτη, μονομερή και ανοιχτά συναλλακτική. Μια πολιτική που έχει ήδη στο παρελθόν απειλήσει με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, έχει αμφισβητήσει τις συμμαχικές δεσμεύσεις και έχει παρουσιάσει τη συλλογική ασφάλεια ως βάρος και όχι ως στρατηγικό πλεονέκτημα.

Διότι, ακόμη και αν η άμεση κρίση φαίνεται προς το παρόν να αποκλιμακώνεται, το υποκείμενο πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί. Κάτι έχει σπάσει. Κάτι έχει ραγίσει. Ένα επικίνδυνο προηγούμενο έχει τεθεί: ένας σύμμαχος τόλμησε να απειλήσει, δημόσια και απροκάλυπτα, την κυριαρχία ενός άλλου συμμάχου.

Μπορεί το Άρθρο 5 της συλλογικής άμυνας να λειτουργήσει αξιόπιστα, όταν ο πολιτικός ηγέτης της ισχυρότερης χώρας της Συμμαχίας αφήνει να εννοηθεί ότι οι δεσμεύσεις ασφαλείας είναι διαπραγματεύσιμες; Μπορούν οι χώρες της ανατολικής πτέρυγας, που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή απέναντι στη Ρωσία, να αισθάνονται ασφαλείς όταν βλέπουν την Ουάσιγκτον να φλερτάρει με τη λογική της επιλεκτικής προστασίας; Και μπορούν οι αντίπαλοι να μην εκλάβουν αυτές τις ρωγμές ως πρόσκληση για νέες δοκιμασίες;

Για την Ευρώπη, το ζήτημα της Γροιλανδίας λειτουργεί ως υπενθύμιση μιας δυσάρεστης πραγματικότητας. Παρά τις συζητήσεις περί «στρατηγικής αυτονομίας», η ευρωπαϊκή Άμυνα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως σε μια περίοδο όπου ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκαλύπτει τα όρια των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων.

Ταυτόχρονα, όμως, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αγνοεί το πολιτικό ρίσκο μιας σχέσης που εξαρτάται τόσο έντονα από τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ. Όταν ο βασικός σύμμαχος εμφανίζεται έτοιμος να αμφισβητήσει ευρωπαϊκά εδάφη, να υπονομεύσει τη συλλογική άμυνα ή ακόμη και να απειλήσει με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, τότε η ανάγκη για μεγαλύτερη πολιτική και στρατηγική αυτενέργεια καθίσταται επιτακτική.

Η υπόθεση της Γροιλανδίας δείχνει ότι η εποχή της αυτόματης ευθυγράμμισης έχει παρέλθει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αποκτήσει πιο ενιαία φωνή, να ενισχύσει ουσιαστικά τις αμυντικές της δυνατότητες και να οικοδομήσει μια πιο ισότιμη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, βασισμένη στη σταθερότητα των δεσμεύσεων και στον σεβασμό της κυριαρχίας.

Όμως, το ζήτημα δεν είναι μόνο η διαχείριση μιας δύσκολης συμμαχικής σχέσης. Είναι βαθύτερα πολιτικό και θεσμικό. Σε έναν κόσμο γενικευμένης αστάθειας, πολέμων και αναθεωρητικών δυνάμεων, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να επιβιώνει ως ατελής Ένωση Κρατών, εξαρτημένη στρατηγικά από τρίτους και πολιτικά κατακερματισμένη.

Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι η επιτάχυνση και η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε όλους τους τομείς: πολιτικό, οικονομικό, δημοσιονομικό και, κυρίως, αμυντικό. Μια ενοποίηση με σαφή ομοσπονδιακό προσανατολισμό, που θα επιτρέψει στην Ευρώπη να αποκτήσει ενιαία εξωτερική πολιτική, κοινή άμυνα και πραγματική στρατηγική αυτονομία.

Αυτή η διαδικασία πρέπει άμεσα να ξεκινήσει, ακόμη και αν αυτή δεν μπορέσει, τουλάχιστον στο πρώτο στάδιο, να περιλάβει όλα τα κράτη-μέλη. Η «ενισχυμένη συνεργασία» μεταξύ εκείνων που είναι έτοιμοι να προχωρήσουν μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τον πυρήνα μιας Ευρώπης πιο συνεκτικής, πιο “κυρίαρχης” και πιο αξιόπιστης στο διεθνές σύστημα.

Διότι σε τελική ανάλυση, η κρίση της Γροιλανδίας δεν αφορά μόνο ένα νησί στον αρκτικό κύκλο. Αφορά το αν η Ευρώπη θα παραμείνει θεατής των γεωπολιτικών εξελίξεων ή αν θα αναλάβει, επιτέλους, τον ρόλο που της αναλογεί ως αυτόνομος πολιτικός και στρατηγικός δρων σε έναν κόσμο όπου οι συμμαχίες δεν είναι πλέον δεδομένες, αλλά διαρκώς υπό διαπραγμάτευση.

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Δείτε επίσης

Θόδωρος Τσίκας / Η Γροιλανδία και η ρωγμή στη Δύση: Τραμπ, ΝΑΤΟ και το μέλλον των ευρωατλαντικών σχέσεων | Anatropi News.gr