Το 2026 διαμορφώνεται ως χρονιά έντονης διπλωματικής κινητικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και ευρύτερα. Η ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας και μεγάλων επενδύσεων ωθεί σε λύσεις για εκκρεμείς διενέξεις, από τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό έως τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη Γάζα. Η Ελλάδα καλείται να επιταχύνει τον διάλογο με την Τουρκία και να αξιοποιήσει τα παράθυρα ευκαιρίας χωρίς λογικές «μηδενικού αθροίσματος». Παράλληλα, στην Ουκρανία η σύγκρουση μετατοπίζεται από το πεδίο των μαχών στη διπλωματία, ενώ στη Γάζα προωθείται μια «ελεγχόμενη ανοικοδόμηση» χωρίς πλήρη πολιτική λύση. Το πραγματικό διακύβευμα της νέας χρονιάς είναι αν θα επικρατήσουν δίκαιες και βιώσιμες ρυθμίσεις ή προσωρινοί συμβιβασμοί που απλώς θα αναβάλουν τις κρίσεις.
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ
Πολιτικού Επιστήμονα – Διεθνολόγου
Ελληνοτουρκικά – Κυπριακό: επίλυση ή εξωτερική παρέμβαση
Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου εισέρχεται σε περίοδο εντυπωσιακής κινητικότητας.
Η διακίνηση φυσικού αερίου, ηλεκτρισμού, υδρογόνου κ.α, από τη Μέση Ανατολή προς Ευρώπη, γίνεται μέσω Ανατολικής Μεσογείου. Ειδικά μετά το “πάγωμα” της ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης από τη Ρωσία, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία.
Αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, αν δεν ρυθμιστούν οι υπάρχουσες διενέξεις, οι διαφορές μεταξύ χωρών της περιοχής και οι αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις κρατών για Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες – ΑΟΖ στα διεθνή ύδατα.
Η αμερικανική πολιτική θα δώσει ρόλο σε όλες τις βασικές χώρες της περιοχής. Η Τουρκία, ως χώρα με τη μεγαλύτερη ηπειρωτική ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο και αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, θα έχει θέση και λόγο στις διευθετήσεις.
Δεν θα γίνει αποδεκτό οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο και το άλυτο Κυπριακό, να δημιουργήσουν προβλήματα στην ομαλή υλοποίηση των σχεδιασμών. Η ανάγκη για ασφάλεια, τόσο της ενεργειακής τροφοδοσίας, όσο και των μεγάλων επενδύσεων που θα απαιτηθούν, θα “επιβάλλει” λύσεις.
Οι εμπλεκόμενες πλευρές οφείλουν να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες για επίλυση των διαφορών τους, μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων ή/και μέσω κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Να επιδείξουν πολιτική βούληση για εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών και επωφελών λύσεων. Αν δεν το πράξουν συνεχίζοντας την πρακτική της ακινησίας, θα παρέμβουν εξωτερικοί παράγοντες για να ωθήσουν προς κάποιες ρυθμίσεις.
Απαιτείται η επιτάχυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου και η συζήτηση του “σκληρού πυρήνα” των διαφορών, όχι μόνο των εύκολων θεμάτων. Αντιστοίχως, πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο το αυξημένο ενδιαφέρον του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό και η εκλογή νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη, που τάσσεται υπέρ ομοσπονδιακής λύσης, ώστε να βρεθεί συμφωνία στα λίγα ζητήματα που απομένουν.
Είναι θετική η ανακοίνωση ότι μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2026 θα συγκληθεί το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Άγκυρα, στο πλαίσιο του οποίου θα πραγματοποιηθεί και συνάντηση του Τούρκου προέδρου με τον Έλληνα πρωθυπουργό. Επίσης πρέπει να αξιοποιηθεί και η πρόταση για Διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου.
Η ηλεκτρική διασύνδεση με το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου, δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών Ελλάδας-Τουρκίας ή χωρίς άτυπη συνεννόηση μεταξύ ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης. Ούτε η Κυπριακή Δημοκρατία έχει οριοθετήσει ΑΟΖ με την Τουρκία. Οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις λόγω του Κυπριακού.
Το σχήμα “3+1” Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και ΗΠΑ, προς το παρόν παραμένει σε επίπεδο διακηρύξεων. Για την Ελλάδα, είναι κρίσιμο να μην εγκλωβιστεί στην αντίληψη ότι η επιτυχία της προϋποθέτει αποκλεισμό της Τουρκίας. Ο στόχος είναι μια αρχιτεκτονική σταθερότητας. όπου η Αθήνα αξιοποιεί τα παράθυρα ευκαιρίας που ανοίγουν, χωρίς να εισέρχεται σε λογική “μηδενικού αθροίσματος”.
Αν η Ελλάδα καταφέρει να διατηρήσει αυτό το δύσκολο ισοζύγιο, τότε οι εξελίξεις μπορεί πραγματικά να διαμορφώσουν μια win–win συνθήκη για τη συνολική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
Ουκρανία: Αποκλίσεις για τους όρους της διευθέτησης
Το 2026 δεν προδιαγράφεται ως η χρονιά της στρατιωτικής λύσης στον πόλεμο της Ουκρανίας, αλλά ως η χρονιά της επιδίωξης για συνεννόηση γύρω από τους όρους της ειρήνης. Μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου φθοράς, χωρίς αποφασιστική ανατροπή στο πεδίο, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τις επιχειρήσεις στη διπλωματία.
Εδώ, οι στρατηγικές αποκλίνουν. Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό την ηγεσία του Τραμπ, κινείται στη λογική του άμεσου “πραγματισμού”. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αντιμετωπίζεται ως ένα δαπανηρό και γεωπολιτικά δευτερεύον μέτωπο, που δεσμεύει πόρους και αποσπά την προσοχή από άλλες προτεραιότητες. Η ανυπομονησία του Τραμπ για μια οποιαδήποτε διευθέτηση, αποτυπώνει αυτή τη λογική.
Η προοπτική μιας συνολικής οικονομικής και εμπορικής επαναπροσέγγισης ΗΠΑ–Ρωσίας αποτελεί βασικό στοιχείο της σκέψης τόσο του Τραμπ όσο και του Πούτιν. Μια συμφωνία που θα οδηγούσε σε μερική άρση κυρώσεων, που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία, και σε επαναφορά οικονομικών σχέσεων, θα εξυπηρετούσε και τις δύο πλευρές, ακόμη και αν το τίμημα ήταν ένας συμβιβασμός εις βάρος της Ουκρανίας.
Για την Ευρώπη, το διακύβευμα είναι διαφορετικό και υπαρξιακό. Μια βεβιασμένη ειρήνη που θα παγίωνε εδαφικές απώλειες της Ουκρανίας και θα νομιμοποιούσε τον ρωσικό επεκτατισμό, δεν θα αποτελούσε σταθεροποίηση, αλλά στρατηγική ήττα. Θα έστελνε το μήνυμα ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος αποδίδει και ότι τα σύνορα στην Ευρώπη παραμένουν διαπραγματεύσιμα.
Γι’ αυτό οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιμένουν για μια «δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη». Η ευρωπαϊκή εμπειρία διδάσκει ότι οι ελλιπείς και άδικοι συμβιβασμοί δεν κλείνουν τις συγκρούσεις, απλώς τις μεταθέτουν χρονικά. Μια ειρήνη χωρίς σαφείς εγγυήσεις και χωρίς σεβασμό της ουκρανικής κυριαρχίας, θα άφηνε ανοιχτό τον δρόμο για την επόμενη κρίση, πιθανώς ακόμη πιο κοντά στα ευρωπαϊκά σύνορα.
Το 2026 δεν θα κριθεί μόνο από το αν θα υπάρξει κατάπαυση του πυρός. Θα κριθεί από το ποια στρατηγική θα επικρατήσει: ο αμερικανικός “πραγματισμός” των μεγάλων συναλλαγών ισχύος – ο οποίος οδηγεί στην πίεση προς τον αμυνόμενο και όχι προς τον επιτιθέμενο- ή η ευρωπαϊκή επιμονή σε μια τάξη βασισμένη σε κανόνες.
Η Ουκρανία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης, αλλά το αποτέλεσμα θα αφορά ολόκληρη την Ευρώπη. Φαίνεται ότι έχουν υπάρξει ορισμένες θετικές συνεννοήσεις μεταξύ ΗΠΑ, Ευρωπαίων και Ουκρανίας, αλλά αυτές πρέπει να επιβεβαιωθούν στην πράξη.
Αν η ειρήνη οικοδομηθεί πάνω στην κόπωση και τη συναλλαγή, θα είναι εύθραυστη. Αν αντίθετα, στηριχθεί στη δικαιοσύνη και στις εγγυήσεις ασφάλειας για την μεταπολεμική Ουκρανία, θα είναι δύσκολη αλλά διαρκέστερη. Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα της επόμενης χρονιάς.
Γάζα: ελεγχόμενη ανοικοδόμηση
Η είσοδος στη δεύτερη φάση υλοποίησης του «Σχεδίου Τραμπ» για τη Γάζα σηματοδοτεί μια νέα, αλλά βαθιά αμφιλεγόμενη, περίοδο για τον παλαιστινιακό θύλακα. Πρόκειται για μια φάση που μετατοπίζει το βάρος από τη στρατιωτική διαχείριση της κρίσης στη διοικητική, οικονομική και γεωπολιτική αναδιάταξη της περιοχής, χωρίς ωστόσο να επιλύει το βασικό πολιτικό πρόβλημα.
Η δεύτερη φάση προτάσσει την ανοικοδόμηση, τη δημιουργία ζωνών οικονομικής δραστηριότητας και έναν νέο μηχανισμό διακυβέρνησης, με μειωμένο –ή μηδενικό– ρόλο της ισλαμο-φασιστικής Χαμάς. Στην πράξη, αυτό συνεπάγεται μια διεθνώς επιτηρούμενη Γάζα, με ισχυρή αμερικανική πολιτική επιρροή, χρηματοδότηση από αραβικά κράτη και λειτουργική εξάρτηση από το Ισραήλ σε ζητήματα ασφάλειας και μετακινήσεων.
Για το 2026, οι προβλέψεις συγκλίνουν σε ένα σενάριο σχετικής σταθεροποίησης χωρίς πραγματική κανονικότητα. Η ανοικοδόμηση βασικών υποδομών –ενέργεια, ύδρευση, υγεία– είναι πιθανό να προχωρήσει επιλεκτικά, κυρίως σε περιοχές που κρίνονται «διαχειρίσιμες» από τους διεθνείς εγγυητές. Ωστόσο, η οικονομική ανάκαμψη θα παραμείνει εύθραυστη, αν δεν συνοδεύεται από πολιτική κυριαρχία ή σαφή ορίζοντα παλαιστινιακής κρατικής υπόστασης.
Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τη διακυβέρνηση. Αν η Γάζα μετατραπεί μόνο σε ένα είδος τεχνοκρατικού προτεκτοράτου, η έλλειψη πολιτικής νομιμοποίησης ενδέχεται να αναπαράγει κύκλους κοινωνικής έντασης και υπόγειας αντίστασης.
Η αποστρατιωτικοποίηση, χωρίς παράλληλη πολιτική λύση στο Παλαιστινιακό – με αξιοποίηση της Παλαιστινιακής Εθνικής Αρχής του μετριοπαθούς Προέδρου, Μαχμούντ Αμπάς – δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί βιώσιμη μεσοπρόθεσμα. Μια πορεία προς διευθέτηση του Παλαιστινιακού θα θωρακίσει και το δικαίωμα του Ισραήλ να ζει με ασφάλεια.
Σε περιφερειακό επίπεδο, το 2026 η Γάζα θα λειτουργεί ως δοκιμαστικός σωλήνας για το ευρύτερο αμερικανικό σχέδιο στη Μέση Ανατολή: συνδυασμός οικονομικών κινήτρων, αυστηρής ασφάλειας και παράκαμψης του παλαιστινιακού πολιτικού ζητήματος. Αν το μοντέλο αυτό επιβιώσει χωρίς γενικευμένη ανάφλεξη, ενδέχεται να επιχειρηθεί η αναπαραγωγή του και σε άλλα μέτωπα.
Συνολικά, η δεύτερη φάση του Σχεδίου Τραμπ δεν προοιωνίζεται ειρήνη, αλλά μια διαχειριζόμενη παύση της σύγκρουσης. Για τη Γάζα, το βασικό διακύβευμα δεν θα είναι η ανοικοδόμηση αυτή καθαυτή, αλλά το αν αυτή θα οδηγήσει σε προοπτική επίλυσης του Μεσανατολικού ή απλώς σε μια πιο σταθερή μορφή εγκλωβισμού.





