Μετά από μια περίοδο σχετικής κινηματογραφικής λειψυδρίας, οι αίθουσες γεμίζουν ξανά, με τις πρεμιέρες να φτάνουν σε διψήφιο αριθμό.
Δύο φιλμ διεκδικούν ξεκάθαρα τον κεντρικό ρόλο: το ρομαντικό δράμα εποχής «Άμνετ» της Κλόι Ζάο, που απευθύνεται στους σινεφίλ και τις ευαίσθητες καρδιές, και το αστυνομικό θρίλερ «Η Εσχάτη των Ποινών», που στοχεύει στο ευρύτερο κοινό, πατώντας πάνω στον διαχρονικό φόβο για την ανεξέλεγκτη τεχνολογία. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, το δραματικό «Κάρλα», στο εντυπωσιακό ντεμπούτο της Ελληνογερμανίδας Κριστίνα Τουρνατζή, ενώ το πρόγραμμα συμπληρώνουν τρία παιδικά animation και μια ισχυρή παρουσία ελληνικών ντοκιμαντέρ, με εμφανές σημείο αναφοράς την «Επιστροφή στην Πατρίδα».
Άμνετ: Το πένθος ως γενεσιουργός δύναμη της τέχνης
Η Κλόι Ζάο, μετά την «Χώρα των Νομάδων» και το «Καλπάζοντας με το Όνειρο», επιστρέφει με μια τολμηρή στροφή στο παρελθόν, μεταφέροντας στον κινηματογράφο το πολυσυζητημένο μυθιστόρημα της Μάγκι Ο’Φάρελ. Το «Άμνετ» δεν επιχειρεί μια κλασική βιογραφία του Σαίξπηρ, αλλά μια υπαινικτική, σχεδόν ποιητική προσέγγιση της ζωής του, μέσα από τη σχέση του με τη σύζυγό του Άνιες και, κυρίως, μέσα από την απώλεια του γιου τους.
Η Ζάο στήνει μια ωδή στο πένθος και τη μνήμη, ενσωματώνοντας τη φύση ως αντανάκλαση του εσωτερικού κόσμου των ηρώων. Οι αργοί ρυθμοί επιτρέπουν στο συναίσθημα να ωριμάσει, αν και σε ορισμένα σημεία το δράμα μοιάζει να υπερφορτώνεται. Ωστόσο, οι ερμηνείες του Πολ Μεσκάλ και της Τζέσι Μπάκλεϊ, με μια χημεία που απογειώνει το υλικό, δίνουν στο φιλμ το βάθος που χρειάζεται. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη συζητείται έντονα ως σοβαρός οσκαρικός διεκδικητής.
Κάρλα: Όταν η σιωπή γίνεται αφήγηση
Η Κριστίνα Τουρνατζή, στο πρώτο μεγάλου μήκους φιλμ της, καταπιάνεται με ένα θέμα που ο κινηματογράφος έχει συχνά εξαντλήσει: τη σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου. Η διαφορά εδώ βρίσκεται στη ματιά. Η «Κάρλα» αποφεύγει συνειδητά κάθε ηδονοβλεπτική αναπαράσταση και εστιάζει στη δυσκολία της καταγγελίας, στη σιωπή, στα ανείπωτα.
Βασισμένη σε αληθινή ιστορία και με σενάριο γραμμένο από την κόρη της πραγματικής παθούσας, η ταινία παρακολουθεί τη 12χρονη Κάρλα στη Γερμανία των αρχών της δεκαετίας του ’60, καθώς προσπαθεί να βρει δικαιοσύνη απέναντι σε ένα απρόσωπο και συχνά εχθρικό σύστημα. Η σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύσσεται με τον ηλικιωμένο δικαστή λειτουργεί ως ήσυχο, αλλά καθοριστικό αντίβαρο. Η Τουρνατζή σκηνοθετεί με ωριμότητα, δίνοντας έμφαση στα βλέμματα, τις παύσεις και το βάρος της σιωπής, ενώ η νεαρή Ελίζε Κριπς και ο Ράινερ Μποκ προσφέρουν ερμηνείες υψηλής ακρίβειας.
Η Εσχάτη των Ποινών: Δικαιοσύνη υπό αλγόριθμο
Ο Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ επιστρέφει στη θεματολογία που θυμίζει έντονα το «Minority Report»: έναν κοντινό μέλλοντα κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη έχει αναλάβει την απονομή δικαιοσύνης. Η αφετηρία είναι υποσχόμενη. Ένας ντετέκτιβ, υποστηρικτής του συστήματος, βρίσκεται κατηγορούμενος για τον φόνο της συζύγου του και έχει μόλις 90 λεπτά για να αποδείξει την αθωότητά του.
Το φιλμ ξεκινά με ένταση, ρυθμό και θεαματικές σκηνές δράσης, αλλά στη συνέχεια σκοντάφτει στο ίδιο του το τεχνολογικό βάρος. Η λογική υποχωρεί μπροστά στα κλισέ και οι χαρακτήρες παραμένουν σχηματικοί. Ο Κρις Πρατ προσπαθεί να κρατήσει το κέντρο βάρους, χωρίς όμως το σενάριο να του προσφέρει τα απαραίτητα στηρίγματα. Ένα διασκεδαστικό, αλλά άνισο θρίλερ, που περισσότερο εγείρει ερωτήματα παρά τα απαντά.
Ντοκιμαντέρ και παιδικές ταινίες: Μνήμη και οικογενειακή θέαση
Ιδιαίτερη θέση στο πρόγραμμα κατέχουν τα ελληνικά ντοκιμαντέρ. Η «Επιστροφή στην Πατρίδα» ξεχωρίζει ως μια βαθιά υπαρξιακή και πολιτική αναζήτηση, ακολουθώντας τον Γερμανό ψυχίατρο Τίτους Μίλεχ σε ένα ταξίδι επιστροφής στη χώρα και την ιστορία που αρνήθηκε. Μαζί της, οι «Δικοί μου Άνθρωποι» φωτίζουν την ιστορία των Ελλήνων Εβραίων μέσα από μια προσωπική, συναισθηματική διαδρομή.
Για το νεανικό κοινό, τρία animation – από τον γνώριμο «Φρου-Φρου» μέχρι τους «Φύλακες του Χιονιού» – προσφέρουν ασφαλείς επιλογές οικογενειακής θέασης, χωρίς ιδιαίτερες καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, αλλά με καθαρό ψυχαγωγικό στόχο.
Συνολικά, η κινηματογραφική εβδομάδα προσφέρει μια σπάνια ποικιλία: από το απαιτητικό δράμα και τον κοινωνικό προβληματισμό, μέχρι το καθαρόαιμο θέαμα και την παιδική φαντασία. Ένα πρόγραμμα που, επιτέλους, δίνει λόγους να επιστρέψει κανείς στην αίθουσα.



