26 Ιαν 2026

Δείτε επίσης

Στο μικροσκόπιο του Τραμπ η συνάντηση Μητσοτάκη- Ερντογάν στην Άγκυρα- Κίνδυνοι και σενάρια

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Την στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του Μαδούρο την δικαιολόγησαν πολλοί καθ’ ημάς. Αφενός, πρόκειται για έναν δικτάτορα, αφετέρου δέχτηκαν ότι έχει βάση το αφήγημα του Ντόναλντ Τραμπ για το “αμερικανικό ημισφαίριο” και την περίμετρο ασφαλείας των ΗΠΑ που δεν πρέπει να διαρραγεί. Έως ένα βαθμό υιοθέτησαν την αντίληψη πώς κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την Γροιλανδία επειδή υποτίθεται ότι ο αρκτικός κύκλος δεν πρέπει να πέσει στην επιρροή της Ρωσίας. Ακολουθούν πιθανότατα το Ιράν (η αμερικανική αρμάδα πλησιάζει στην περιοχή) και, φυσικά, η Κούβα, μόλις μερικές δεκάδες μίλια από τις ακτές της Φλόριδα.

Το δόγμα της περιμέτρου ασφαλείας κυριαρχεί στη ρητορική του Τραμπ και αποκτά ελαστικότητα ώστε να ταιριάζει σε κάθε σημείο του πλανήτη όπου οι ΗΠΑ θέλουν να διατηρήσουν και να διευρύνουν την επιρροή τους, ή να αποκτήσουν γεωστρατηγικό πλεονέκτημα. Συνήθως αυτό συνδυάζεται και με την πρόσβαση σε ενεργειακούς πόρους ή άλλα φαραωνικά σχέδια, όπως, για παράδειγμα, στη Γάζα.

Εάν κανείς μελετήσει τον παγκόσμιο χάρτη με σχετική προβλεπτικότητα μπορεί να υποθέσει βάσιμα ότι σε ένα όχι μακρινό μέλλον και η νοτιοανατολική Μεσόγειος θα αποτελέσει τμήμα της ίδιας περιμέτρου ασφαλείας που επιδιώκουν να αποκτήσουν οι ΗΠΑ επί Τραμπ. Δύο κολοσσιαίες αμερικανικές πετρελαιϊκές εταιρείες (Chevron, Exxon Mobil) επενδύουν κεφάλαια και χρόνο στην περιοχή, ταυτοχρόνως, μάλιστα, σε θαλάσσιες ζώνες της Ελλάδας, της Λιβύης, της Κύπρου, της Τουρκίας και άλλων κρατών της περιοχής.

Παράλληλα το mega-project της μεταφοράς αμερικανικού LNG στην Ευρώπη και δη στα ανατολικά σύνορά της μέσω Ελλάδας γίνεται εκ των πραγμάτων ψηφίδα του ίδιου μωσαϊκού συμφερόντων. Αν μη τι άλλο η στρατηγική της περιμέτρου ασφαλείας είναι περίπου παγκόσμια, σε κάθε περίπτωση, πάντως, πρέπει να αναμένει κανείς ότι θα εκδηλωθεί επιτακτικά και στην ευρύτερη περιοχή μας.

Όταν ρωτήθηκε προ ημερών ο υπουργός Εξωτερικών Γ. Γεραπετρίτης (Action24) εάν βρίσκεται σε εξέλιξη κάποια αμερικανική πίεση ώστε Ελλάδα και Τουρκία να εισέλθουν σε φάση ουσιαστικού διαλόγου (πέρα από τα ζητήματα χαμηλής πολιτικής, απάντησε: “Σας δηλώνω εντίμως πώς όχι”. Μάλλον “όχι, ακόμα…” θα ήταν η σωστή απάντηση με βάση την αναγκαία προβλεπτικότητα που πρέπει να διέπει τα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Έχει προηγηθεί, άλλωστε, η εκτενής ανάλυση περί τα ελληνοτουρκικά από τον αμερικανό πρέσβη στην Άγκυρα Τομ Μπάρακ, απολύτως δηλωτική των προθέσεων των ΗΠΑ να προχωρήσει η επίλυση της εκκρεμότητας μεταξύ των δύο χωρών. Μία εκκρεμότητα που εμείς, ως γνωστόν, την αντιμετωπίζουμε παγίως ως την “μία και μοναδική διαφορά” (οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ), οι Τούρκοι ως ένα θολό ευρύτερο “πρόβλημα” στο Αιγαίο που περιλαμβάνει από τα χωρικά (μας) ύδατά μέχρι την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Εις επίρρωσην για το τελευταίο μπορεί να δει κανείς την τελευταία Navtex (διετούς διάρκειας!) που εξέδωσαν οι Τούρκοι με απαρίθμηση νησιών που, κατά την άποψή τους, κακώς έχουν στρατιωτική παρουσία.

Επιστρέφουμε στο ερώτημα: είναι ή μπορεί να αναδειχθεί η νοτιοανατολική Μεσόγειος και κατά γεωστρατηγική συνάφεια και το Αιγαίο περίμετρος ασφαλείας των ΗΠΑ;

Ας μη γελιόμαστε, ΝΑΙ, είναι. Από την Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή, η περιοχή μας εντάσσεται στον χάρτη της νέας στρατηγικής ασφαλείας του Τραμπ, υπό την διττή έννοια της στρατιωτικής και της οικονομικής (ενεργειακής) ασφάλειας. Κουκίδα σε όλα αυτά είναι, άλλωστε, και η επιμονή των ΗΠΑ να αποκτήσουν έρισμα στις εγκαταστάσεις Ελευσίνας-Σκαραμαγκά, ανταγωνιστικά στην κινεζική επιρροή δια της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά.

Εάν συμφωνήσουμε στα (παραπάνω) προφανή, δεν οφείλουμε να εκτιμήσουμε ότι ΚΑΙ τα ελληνοτουρκικά εντάσσονται στην ίδια περίμετρο στην οποία οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν συνθήκες ασφάλειας των σχεδιασμών τους; Για τον ανεφοδιασμό των πλοίων τους, τις έρευνες και εξορύξεις για πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ως έδρες επιχειρήσεων στην ευρύτερη περιοχή μέχρι το Ιράν, ως ανάχωμα στις ρωσικές επιδιώξεις για τη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο κ.ά.

Με δεδομένο ότι Ελλάδα και Τουρκία αποτελούν αιχμές, αν και για διαφορετικούς λόγους, αυτής της στρατηγικής ασφαλείας των ΗΠΑ, η εδραίωση συνθηκών ηρεμίας με μακροχρόνιο χαρακτήρα μεταξύ των δύο χωρών (που κατά τον Τραμπ αποτελούν “πολύτιμους συμμάχους”) δεν ανήκει στη σφαίρα της θεωρίας αλλά είναι βέβαιο πώς θα εξελιχθεί, εάν δεν εξελίσσεται ήδη στο παρασκήνιο.

Από την άλλη, επειδή η βάση της λογικής Τραμπ είναι, αφενός συναλλακτική, αφετέρου ξένη, αν όχι εχθρική, προς τους κανόνες διεθνούς δικαίου (που κατά τον πρόεδρο των ΗΠΑ περιπλέκουν και καθυστερούν τον σχεδιασμό του), η προβλεπτικότητά μας πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι, η αμερικανική …παρότρυνση μπορεί να μην υιοθετεί απολύτως τη δική μας πάγια θέση περί της μιας και μοναδικής διαφοράς και της παραπομπής σε διεθνή δικαιοδοσία αλλά να οδηγήσει σε fast track πιεστικές επιλογές.

Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου θα συγκληθεί το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας- Τουρκίας και θα συναντηθούν στην Άγκυρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Ταγίπ Ερντογάν μετά από αρκετό καιρό και μερικές αναβολές. Κι αυτό θα συμβεί υπό την παρακολούθηση των δύο πρέσβεων, στενών φίλων και τοποτηρητών του Τραμπ, του Τομ Μπάρακ και της Κίμπερλι Γκιλφόϊλ.

Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι η Τουρκία ίσως προσπαθήσει να στήσει παγίδα, με την κλιμάκωση των αιτιάσεών της ενόψη της συνάντησης. Είτε για να βάλει ακόμα πιό επιτακτικό στο τραπέζι την αναθεωρητική της ατζέντα, είτε για να μεταθέσει στην Ελλάδα τις ευθύνες (blame game) τυχόν νέας αναβολής. Γι αυτό και η συνάντηση πρέπει να γίνει με τους καλύτερους δυνατούς όρους, ειδάλλως οι έξωθεν πιέσεις που θα ασκηθούν θα είναι εντονότερες.

Η συγκυρία είναι δύσκολη και θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηρίξει κανείς πώς σε αυτή τη συνάντηση μπορεί να συζητηθεί κάτι άλλο πέραν της εύκολης (θετικής) ατζέντας για το μεταναστευτικό, τον τουρισμό, την πολιτική προστασία κ.ά.

Η Ελλάδα έχει εκλογές το 2027 και η Τουρκία το 2028, ως εκ τούτου μία εμβάθυνση σε θέματα ακανθώδη που η έναρξη της επίλυσής τους απαιτεί χρόνο και συμβιβασμούς με μεγάλο πολιτικό κόστος δεν είναι πολύ πιθανό ενδεχόμενο.

Μπορεί η αμερικανική πίεση να μην έχει εκδηλωθεί επίσημα, ωστόσο αιωρείται και υπονοείται από όσα δηλώνουν αμερικανοί αξιωματούχοι κάθε φορά που αναφέρονται στην περιοχή και στην μεγάλη αξία που έχει στους σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον.

Δεν πρέπει, λοιπόν, να αποφεύγουμε να συζητήσουμε στο εσωτερικό αυτό που είναι μάλλον βέβαιο ότι θα συμβεί. Η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας είναι αναμφίβολα θετική εξέλιξη, δεν είναι, όμως, και επαρκής για να εμποδίσει τους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ. Άλλωστε, υπό μία έννοια, ακόμα κι αυτή εντάσσεται σε αυτούς τους σχεδιασμούς, είτε αυτόνομα, είτε μέσω του ολοένα και πιό μειωμένης εμβέλειας ΝΑΤΟ. Η πολιτική σταθερότητα, ως εκπομπή μηνύματος προς τα έξω, είναι επίσης αναγκαία, όμως κι αυτή πρέπει να είναι συνυφασμένη με την οικοδόμηση εσωτερικού μετώπου.

Μία σχετικά οριακής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας αυτοδύναμη κυβέρνηση στις επόμενες εκλογές δεν είναι απαραίτητα ισχυρή εάν δεν επικρατούν συνθήκες συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων και σωστής ενημέρωσης της κοινής γνώμης.

Ιδιαίτερα όταν σημαντική μερίδα της επιλέγει σήμερα αντισυστημικές φωνές που είναι βέβαιο ότι θα πλειοδοτήσουν σε (δήθεν) πατριωτισμό: για παράδειγμα, όταν σημαντικό τμήμα του πολιτικού συστήματος διέπεται ακόμα από αντιλήψεις περί προδοσίας στην συμβιβαστική Συμφωνία των Πρεσπών πώς θα αντιδράσει όταν φτάσει η ώρα για επιλογές που δεν θα συνάδουν ακριβώς με το αφήγημα ότι μόνο εμείς κατέχουμε το κλειδί της αυθεντικότητας και της αλήθειας;

Το πιθανότερο είναι πώς η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να μην ανοίξει τα δύσκολα κεφάλαια των ελληνοτουρκικών τους επόμενους μήνες μέχρι τις εκλογές. Και καλά θα κάνει, υπό την έννοια ότι το εσωτερικό μέτωπο “μυρίζει μπαρούτι”. Αυτό, όμως, δεν εναπόκειται μόνο στην δική της βούληση, ο σχεδιασμός των ΗΠΑ παίζει συχνά επικίνδυνα παιχνίδια με τον χρόνο, από την δε Ε.Ε δεν πρέπει να περιμένουμε σπουδαία πράγματα καθώς παραπαίει διχασμένη ως προς την στρατηγικής της έναντι του Τραμπ.

Εν κατακλείδι, στο ερώτημα εάν και κατά πόσο είμαστε έτοιμοι για όλα τα πιθανά σενάρια, η απάντηση δεν μπορεί να προκαλεί αισιοδοξία. Όμως, καλό θα ήταν οι πιό νουνεχείς και ψύχραιμοι να σκεφτούν και ποιό είναι το πολιτικό προσωπικό της χώρας, δηλαδή ποιές είναι οι πολιτικές δυνάμεις και τα πρόσωπα που, παρά τις πολιτικές διαφορές τους, μπορούν να κατανοήσουν ότι δεν πρέπει να παίζουν με τον διακόπτη της έντασης. Και ποιοί από την άλλη πλευρά υπακούουν στην αντίληψη του “γαία πυρί μιχθήτω”…

Δείτε επίσης

Στο μικροσκόπιο του Τραμπ η συνάντηση Μητσοτάκη- Ερντογάν στην Άγκυρα- Κίνδυνοι και σενάρια | Anatropi News.gr