Η Ελλάδα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα και καλεί όλους τους εμπλεκόμενους να επιδείξουν μέγιστη αυτοσυγκράτηση, αποφεύγοντας ενέργειες που θα μπορούσαν να επιδεινώσουν την κρίση, δήλωσε ο Αναπληρωτής Μόνιμος Αντιπρόσωπος της χώρας στον ΟΗΕ, Ιωάννης Σταματέκος.
Ο κ. Σταματέκος τόνισε την ανάγκη πλήρους σεβασμού του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επισημαίνοντας παράλληλα την υποχρέωση προστασίας των αμάχων. Αναγνώρισε επίσης τη σημασία της καταπολέμησης του διασυνοριακού οργανωμένου εγκλήματος και της διακίνησης ναρκωτικών, υπογραμμίζοντας ότι αυτά τα ζητήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσω διεθνούς συνεργασίας και εντός του πλαισίου του διεθνούς δικαίου.
Διάλογος και διπλωματία ως μόνα βιώσιμα μέσα
Ο Αναπληρωτής Μόνιμος Αντιπρόσωπος επανέλαβε ότι ο διάλογος και η διπλωματία αποτελούν τα μόνα βιώσιμα μέσα για μια ειρηνική μετάβαση και διαρκή επίλυση της κρίσης. Η Ελλάδα ευθυγραμμίζεται με την έκκληση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για ουσιαστικό και χωρίς αποκλεισμούς διάλογο στη Βενεζουέλα.
Μη αναγνώριση της νομιμότητας Μαδούρο
Η Ελλάδα υπογράμμισε ότι δεν αναγνωρίζει τη νομιμοποίηση της εξουσίας του Νικολάς Μαδούρο ούτε τα αποτελέσματα των εκλογών της 28ης Ιουλίου 2024. «Η αξίωση του Νικολάς Μαδούρο ως νόμιμου προέδρου στερείται νομιμοποίησης. Η Ελλάδα δεν έχει αναγνωρίσει τα αποτελέσματα των νοθευμένων εκλογών και έχει διαχρονικά στηρίξει πρωτοβουλίες που αποσκοπούν σε μια δημοκρατική λύση για τη Βενεζουέλα. Στεκόμαστε στο πλευρό του λαού της χώρας στην επιδίωξή του για ένα δημοκρατικό μέλλον», ανέφερε ο κ. Σταματέκος.
Στήριξη σε ειρηνικές και διαπραγματευμένες λύσεις
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να στηρίζει προσπάθειες για μια ειρηνική, διαπραγματευμένη μετάβαση, που θα διασφαλίζει πλήρη σεβασμό στη βούληση όλων των Βενεζουελάνων. «Η Ελλάδα δηλώνει έτοιμη να στηρίξει κάθε περιφερειακή και διεθνή πρωτοβουλία που αποσκοπεί στην ειρηνική επίλυση της κρίσης, σε πλήρη συμμόρφωση με τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και το διεθνές δίκαιο», κατέληξε.
Η ελληνική θέση αναδεικνύει τη σημασία της διεθνούς συνεργασίας, της διπλωματίας και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαιώνει τη στήριξη του ελληνικού κράτους στον λαό της Βενεζουέλας και στην επίτευξη μιας δημοκρατικής και ειρηνικής λύσης.
Σε εξέλιξη βρίσκεται ανοιχτή συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ΟΗΕ υπό το θέμα «Απειλές κατά της Διεθνούς Ειρήνης και Ασφάλειας». Η Κολομβία, Μη Μόνιμο Μέλος του Συμβουλίου, ζήτησε κατεπείγουσα συνεδρίαση μετά τη στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα στις 3 Ιανουαρίου 2026, κατά την οποία απομακρύνθηκαν από τη χώρα ο Πρόεδρος της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και η σύζυγός του, Σίλια Φλόρες.
Η Βενεζουέλα απέστειλε επίσης επιστολή στο Συμβούλιο στις 3 Ιανουαρίου ζητώντας τη σύγκληση κατεπείγουσας συνεδρίασης του Συμβουλίου (S/2026/5), αίτημα το οποίο υποστήριξαν η Κίνα και η Ρωσία.
Η Αναπ. Γενική Γραμματέας του ΟΗΕ Ρόζμαρι ΝτιΚάρλο ενημέρωσε το Συμβούλιο Ασφαλείας εκ μέρους του ΓΓ ΟΗΕ Aντόνιο Γκουτέρες επισημαίνοντας ότι «αμερικανικές δυνάμεις έδρασαν σε ολόκληρο το Καράκας και στις βόρειες πολιτείες Μιράντα, Αραγκούα και Λα Γκουάιρα», ενώ «η έκταση των απωλειών που προέκυψαν από αυτές τις ενέργειες παραμένει άγνωστη». Υπενθύμισε ότι ο Πρόεδρος Τραμπ δήλωσε πως «θα διοικήσουμε τη χώρα μέχρις ότου καταστεί δυνατή μια ασφαλής, ορθή και συνετή μετάβαση».
Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας χαρακτήρισε την αμερικανική ενέργεια ως «στρατιωτική επίθεση που πραγματοποιήθηκε σε πολιτικές και στρατιωτικές περιοχές» και ως «κατάφωρη παραβίαση του Χάρτη, που συνιστά απειλή για τη διεθνή και περιφερειακή ειρήνη και ασφάλεια». Σημείωσε επίσης ότι ο Πρόεδρος Μαδούρο «κρατείται στη Νέα Υόρκη, κατηγορούμενος από τις αμερικανικές αρχές, μαζί με τη σύζυγό του Σίλια Φλόρες, για σοβαρά ποινικά αδικήματα», υπογραμμίζοντας ότι «το άμεσο μέλλον της Βενεζουέλας παραμένει αβέβαιο».
Η κ. ΝτιΚάρλο εξέφρασε «βαθιά ανησυχία για την πιθανή κλιμάκωση της αστάθειας στη χώρα, τον ενδεχόμενο αντίκτυπο στην περιοχή και το προηγούμενο που ενδέχεται να δημιουργηθεί».
Aνέφερε ότι η κατάσταση «αποτελεί αντικείμενο περιφερειακής και διεθνούς ανησυχίας εδώ και πολλά χρόνια», ιδίως μετά τις «αμφισβητούμενες προεδρικές εκλογές του Ιουλίου 2024», κατά τις οποίες επισημάνθηκαν «σοβαρά ζητήματα» και διατυπώθηκε σταθερά το αίτημα για «πλήρη διαφάνεια και πλήρη δημοσιοποίηση των εκλογικών αποτελεσμάτων».
Παράλληλα, ανέφερε ότι έχουν καταγραφεί «σοβαρές παραβιάσεις» ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ότι στις 3 Ιανουαρίου εκδόθηκε «διάταγμα έκτακτης ανάγκης σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια, το οποίο επεκτείνει πρόσθετες εξουσίες ασφάλειας στην κυβέρνηση».
Αναφερόμενη στο διεθνές δίκαιο, δήλωσε ότι παραμένει «βαθιά ανήσυχη ότι οι κανόνες του διεθνούς δικαίου δεν έγιναν σεβαστοί σε σχέση με την στρατιωτική ενέργεια της 3ης Ιανουαρίου», υπενθυμίζοντας ότι ο Χάρτης του ΟΗΕ κατοχυρώνει «την απαγόρευση της απειλής ή της χρήσης βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους».
Κάλεσε όλους τους Βενεζουελάνους δρώντες να εμπλακούν σε «έναν χωρίς αποκλεισμούς, δημοκρατικό διάλογο», με «πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και της κυρίαρχης βούλησης του λαού της Βενεζουέλας», ενώ προέτρεψε τη διεθνή κοινότητα να ενεργήσει «σε πνεύμα αλληλεγγύης».
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι σε καταστάσεις όπως η παρούσα «πρέπει να σεβαστούμε τον Χάρτη του ΟΗΕ» και την «απαγόρευση της απειλής ή της χρήσης βίας», τονίζοντας ότι «η δύναμη του νόμου πρέπει να υπερισχύσει» και ότι «αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε».




