Ο Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε από τους πετρελαϊκούς κολοσσούς να επενδύσουν τουλάχιστον 100 δισ. δολάρια στη Βενεζουέλα, υποσχόμενος φθηνότερη ενέργεια για τις ΗΠΑ. Πίσω όμως από τις κλειστές πόρτες του Λευκού Οίκου, το μήνυμα των CEOs ήταν ωμό: η χώρα, σήμερα, θεωρείται «μη επενδύσιμη».
Η συνάντηση του Αμερικανού προέδρου με τα κορυφαία στελέχη της παγκόσμιας πετρελαϊκής βιομηχανίας πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά την αιφνιδιαστική επιχείρηση σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο. Στόχος του Τραμπ ήταν ξεκάθαρος: να παρουσιάσει τη Βενεζουέλα ως στρατηγική ευκαιρία για τις ΗΠΑ, ικανή να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια και να πιέσει προς τα κάτω τις τιμές.
Η αγορά, όμως, λειτούργησε με άλλη λογική. Οι CEOs άκουσαν, ρώτησαν, ζύγισαν. Και κράτησαν αποστάσεις.
Τα 100 δισ. και το πολιτικό στοίχημα του Λευκού Οίκου
Ο Τραμπ μίλησε ανοιχτά για ένα σχέδιο «απελευθέρωσης» του πετρελαίου της Βενεζουέλας, υποστηρίζοντας ότι οι συμφωνίες θα περνούν απευθείας από την Ουάσιγκτον και όχι από το Καράκας. «Ένα από τα οφέλη για τις Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι ακόμη χαμηλότερες τιμές ενέργειας», είπε χαρακτηριστικά, ζητώντας από τη βιομηχανία να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη.
Στο τραπέζι κάθισαν επικεφαλής της Exxon Mobil, της Chevron, αλλά και ευρωπαϊκών ομίλων όπως η Repsol και η Eni. Το ενδιαφέρον ήταν υπαρκτό. Οι δεσμεύσεις, ανύπαρκτες.
«Σήμερα είναι μη επενδύσιμη»
Η πιο καθαρή τοποθέτηση ήρθε από τον CEO της Exxon Mobil, Ντάρεν Γουντς. «Τα περιουσιακά μας στοιχεία έχουν κατασχεθεί δύο φορές στο παρελθόν. Για να επιστρέψουμε τρίτη φορά, θα χρειάζονταν ριζικές και αξιόπιστες αλλαγές. Σήμερα, η χώρα είναι μη επενδύσιμη», δήλωσε χωρίς περιστροφές.
Η φράση αυτή συνοψίζει το συλλογικό τραύμα της αγοράς. Οι εθνικοποιήσεις της εποχής Τσάβες, οι μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες και η κατάρρευση των συμβατικών εγγυήσεων έχουν αφήσει βαθιά σημάδια. Στον κόσμο των επενδύσεων, η μνήμη είναι μακρά και η καχυποψία δομικό στοιχείο.
Το πετρέλαιο υπάρχει, το κράτος όχι
Σε θεωρητικό επίπεδο, η Βενεζουέλα μοιάζει ιδανική περίπτωση. Διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα αργού παγκοσμίως. Στην πράξη, όμως, το πρόβλημα δεν είναι το υπέδαφος αλλά το κράτος.
Το νομικό ρίσκο παραμένει υψηλό, με αδύναμη προστασία επενδύσεων και ασαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς. Οι υποδομές βρίσκονται σε κακή κατάσταση έπειτα από χρόνια υποεπένδυσης. Η κρατική PDVSA είναι υπερχρεωμένη, με ελλείψεις προσωπικού και σοβαρά λειτουργικά προβλήματα. Το ίδιο το πετρέλαιο είναι βαρύ, απαιτεί blending και αυξάνει το κόστος παραγωγής.
Ακόμη και στελέχη που δήλωσαν πρόθυμα «να πάνε στη Βενεζουέλα», μίλησαν για σκληρές προϋποθέσεις: θεσμικές εγγυήσεις, αλλαγή ενεργειακής νομοθεσίας, αναδιάρθρωση χρέους και συμμετοχή τραπεζών στη χρηματοδότηση.
Κυρώσεις, έλεγχος και λογαριασμοί υπό εποπτεία
Η Ουάσιγκτον αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επιλεκτικής άρσης κυρώσεων, αλλά με αυστηρούς όρους. Τα έσοδα από τις πωλήσεις πετρελαίου θα κατευθύνονται σε ελεγχόμενους λογαριασμούς στις ΗΠΑ, υπό αμερικανική εποπτεία. Πρόκειται για έναν μηχανισμό πίεσης προς τη μεταβατική ηγεσία, που σήμερα ασκείται από τη Ντέλσι Ροντρίγκες.
Για τις εταιρείες, αυτή η αρχιτεκτονική σημαίνει ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα: πολιτικό έλεγχο, γεωπολιτικό ρίσκο και ασαφή ορίζοντα εξόδου.
Ενδιαφέρον χωρίς επιταγές
Η Chevron παραμένει η μόνη μεγάλη αμερικανική εταιρεία με ουσιαστική παρουσία στη χώρα, καλύπτοντας περίπου το 20% της σημερινής παραγωγής. Δηλώνει ότι μπορεί να αυξήσει σταδιακά τη δραστηριότητά της. Η Exxon θα στείλει τεχνική ομάδα για αξιολόγηση. Η Repsol μιλά για πιθανό τριπλασιασμό παραγωγής, υπό τις σωστές συνθήκες.
Όλοι, όμως, συγκλίνουν σε ένα σημείο: χωρίς θεσμική σταθερότητα, κανείς δεν γράφει επιταγές.
Το δίλημμα του Τραμπ και το όριο της πολιτικής
Ο Τραμπ επιδιώκει άμεσα αποτελέσματα. Περισσότερη παραγωγή, χαμηλότερες τιμές, μια γεωπολιτική νίκη μετά τη σύλληψη του Μαδούρο. Οι πετρελαϊκές, όμως, λειτουργούν με ορίζοντα δεκαετιών και όχι εκλογικών κύκλων.
Το πετρέλαιο της Βενεζουέλας υπάρχει και είναι άφθονο. Αυτό που λείπει είναι το αξιόπιστο κράτος που θα πείσει το μεγάλο κεφάλαιο ότι, αυτή τη φορά, δεν θα χρειαστεί να φύγει τρέχοντας. Και όσο αυτό το κενό παραμένει, το πολιτικό όραμα θα συγκρούεται με την ψυχρή αριθμητική των επενδύσεων.





