Η ιστορία με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο που «άνοιξε το πρώτο δωρεάν νοσοκομείο για αστέγους» δεν είναι απλώς ένα ακόμη αθώο viral ψέμα. Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς λειτουργεί ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας που ζει δίπλα μας, συμμετέχει στη δημόσια σφαίρα, ψηφίζει και, τελικά, επηρεάζει και τις δικές μας ζωές. Το γεγονός ότι η ιστορία είναι ανυπόστατη δεν τη σταμάτησε. Αντιθέτως, την απογείωσε.
Πολλοί από όσους αναπαρήγαγαν την ψευδή είδηση το έκαναν καλοπροαίρετα. Υπάρχει μια υπαρκτή κοινωνική ανάγκη για θετικά παραδείγματα, για ισχυρούς και διάσημους που «κάνουν το σωστό». Ο Ντε Νίρο, σπουδαίος ηθοποιός και δημόσια πολιτικοποιημένος, προσφέρεται εύκολα για τέτοιου είδους αφηγήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν δώρισε ούτε ίδρυσε κάποιο νοσοκομείο. Η πραγματικότητα ήταν λιγότερο εντυπωσιακή από το αφήγημα και, άρα, λιγότερο χρήσιμη για το οικοσύστημα των social media.
Viral ψέματα και επιχειρηματικά μοντέλα
Το Facebook κράτησε την ανάρτηση, όχι από αμέλεια αλλά από συμφέρον. Όσο η «είδηση» συζητιέται, τόσο αυξάνονται οι αλληλεπιδράσεις, οι προβολές και, τελικά, τα διαφημιστικά έσοδα. Το ίδιο ισχύει συνολικά για τις μεγάλες πλατφόρμες, που εδώ και χρόνια έχουν επιλέξει να βλέπουν την παραπληροφόρηση ως collateral damage της κερδοφορίας τους. Η επίκληση της ελευθερίας της έκφρασης λειτουργεί συχνά ως φύλλο συκής για την απουσία ουσιαστικών μηχανισμών ελέγχου.
Από τα «αθώα» fakes στο τοξικό περιεχόμενο
Το πρόβλημα δεν σταματά σε μια ψεύτικη καλή πράξη ενός ηθοποιού. Τις τελευταίες ημέρες έχει γίνει γνωστό ότι εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπουν την παραγωγή ρεαλιστικών, ακόμη και πορνογραφικών, ψευδών εικόνων, οι οποίες διακινούνται ανεμπόδιστα. Οι αντιδράσεις των ιδιοκτητών των πλατφορμών είναι υποτονικές, εκτός αν υπάρξει μαζική κατακραυγή, όπως συνέβη όταν εμφανίστηκαν εικόνες παιδιών. Η ανοχή αυτή δεν είναι τυχαία· είναι επιλογή.
Οι «ψέκες», η πανδημία και η κανονικοποίηση της συνωμοσίας
Ένα μέρος του κοινού που υιοθετεί τέτοιες ιστορίες ανήκει στη γνωστή κατηγορία των συνωμοσιολόγων, που βρήκαν πρόσφορο έδαφος κατά την πανδημία. Δεν πρόκειται για περιθωριακό φαινόμενο. Υπενθυμίζεται ότι ένα εντυπωσιακά υψηλό ποσοστό πολιτών είχε αποδεχθεί στο παρελθόν ακόμη και την ιδέα ότι «μας ψεκάζουν», με το ζήτημα να φτάνει μέχρι τη Βουλή. Αυτοί οι άνθρωποι δεν εξαφανίστηκαν. Απλώς προσαρμόστηκαν στο νέο περιβάλλον πληροφορίας.
Επιβεβαίωση αντί για πραγματικότητα
Για πολλούς από όσους ανάρτησαν την ψεύτικη ιστορία, η διάψευση δεν έχει σημασία. Κέρδισαν likes, αποδοχή και την αίσθηση ότι ανήκουν σε μια «καλή» πλευρά. Κάποιοι ίσως συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η ιστορία είναι αληθινή και ότι όσοι τη διαψεύδουν το κάνουν από σκοπιμότητα. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι ανάμεσά τους βρίσκονται μορφωμένοι άνθρωποι και δημοσιογράφοι, δηλαδή επαγγελματίες που, θεωρητικά, έχουν ως βασικό εργαλείο την επαλήθευση.
Δημοσιογραφία, ευθύνη και ευρωπαϊκή απάντηση
Η δημοσιογραφία έχει εδώ μια σπάνια ευκαιρία να αποδείξει την αξία της. Να αποκοπεί από μικρά και μεγάλα συμφέροντα και να επενδύσει ξανά στην τεκμηρίωση και την αλήθεια, όσο άβολη κι αν είναι. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να κινηθεί ταχύτερα και αποφασιστικότερα, επιβάλλοντας ουσιαστικές κυρώσεις στις πλατφόρμες που συστηματικά ανέχονται την παραπληροφόρηση. Η αμερικανική αδράνεια δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι.
Όταν το ψέμα επηρεάζει την κάλπη
Το ζήτημα δεν θα είχε παρά γραφική διάσταση αν περιοριζόταν σε ιστορίες τύπου Ντε Νίρο. Όμως η ίδια λογική διαπερνά και την πολιτική συμπεριφορά. Η αποδοχή προσώπων και σχημάτων που επένδυσαν στη συνωμοσιολογία δεν είναι άσχετη με αυτό το περιβάλλον. Οι «ψέκες» δεν είναι λίγοι και δεν είναι ακίνδυνοι. Σε έναν κόσμο όπου το ψέμα ανταμείβεται και η αλήθεια κουράζει, είναι απολύτως ικανοί να επηρεάσουν τις τύχες όλων μας.






