Στη μεγάλη σκακιέρα της διεθνούς πολιτικής, όπου οι λεπτομέρειες καθορίζουν μείζονες αλλαγές πορείας, η υπόθεση των επαφών της Ντέλσι Ροντρίγκες με την κυβέρνηση Τραμπ το 2017 αποκαλύπτει πτυχές που φωτίζουν όχι μόνο την προσωπική της πολιτική ωριμότητα, αλλά και τις στρατηγικές επιλογές του Καράκας μπροστά στην κατάρρευση της οικονομίας και τη διεθνή απομόνωση.
Την εποχή που ο Ντόναλντ Τραμπ επρόκειτο να αναλάβει τα ηνία του Λευκού Οίκου, η Ροντρίγκες, τότε Υπουργός Εξωτερικών της Βενεζουέλας, έπαιξε ένα «εν δυνάμει επικίνδυνο παιχνίδι»: έδωσε εντολή στην Citgo, θυγατρική της κρατικής PDVSA στις ΗΠΑ, να δωρίσει 500.000 δολάρια στην επιτροπή ορκωμοσίας του Τραμπ — ένα ποσό μάλιστα μεγαλύτερο από αντίστοιχες δωρεές κολοσσών όπως η Pepsi ή η Walmart. Σε μια στιγμή βαθιάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης στη Βενεζουέλα, η κίνηση αυτή σηματοδοτούσε μια ανοικτή προσπάθεια επικοινωνίας με την νέα αμερικανική ηγεσία — πέρα από τη στενή ιδεολογική ρητορεία αντι‑ιμπεριαλισμού που χαρακτήριζε το καθεστώς Μαδούρο.
Η τακτική της Ροντρίγκες υπήρξε πολυσύνθετη και υπολογισμένη. Χρησιμοποίησε ως μεσάζοντα τον μεγιστάνα μέσων ενημέρωσης Ραούλ Γκορίν, ο οποίος είχε αναλάβει να ανοίξει «πίσω πόρτες» επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον. Μέσω αυτών, οργανώθηκε αργότερα και μια μυστική επίσκεψη του Ρεπουμπλικανού βουλευτή Πιτ Σέσιονς στο Καράκας για συνάντηση με τον Νικολάς Μαδούρο. Παράλληλα, η Ροντρίγκες παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις στην αμερικανική πρωτεύουσα, επωφελούμενη από την πρόσληψη του πρώην διευθυντή της καμπάνιας Τραμπ ως λόμπιστ για την Citgo, και επιδιώκοντας συναντήσεις με ανώτερα στελέχη ενεργειακών κολοσσών όπως η Exxon — προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να εμφανίσει τη Βενεζουέλα ως χώρα «ανοιχτή για επιχειρηματικές επενδύσεις».
Η προσέγγιση αυτή δεν απέδωσε άμεσα καρπούς, τουλάχιστον όχι στην πολιτική της εποχή. Η δημόσια πίεση για αυστηρές κυρώσεις ενάντια στο καθεστώς Μαδούρο, με πρωταγωνιστή τον τότε γερουσιαστή Μάρκο Ρούμπιο, οδήγησε την κυβέρνηση Τραμπ να εστιάσει στην προώθηση της δημοκρατίας και την απομάκρυνση του Μαδούρο αντί σε μια άμεση οικονομική συνεργασία με το Καράκας.
Όμως οι εμπλοκές αυτές ήταν καθοριστικές για το πολιτικό προφίλ της Ροντρίγκες. Αναδεικνύουν μια πρακτική, ρεαλιστική προσέγγιση απέναντι στις αγορές και την εξωτερική πολιτική, σε αντίθεση με τις πιο ιδεολογικές εμμονές του ίδιου του Μαδούρο. Ενώ ο πρόεδρος Μαδούρο παρέμενε εγκλωβισμένος σε μια σκληρή ιδεολογική σύγκρουση με τη Δύση, η Ροντρίγκες προέβαινε σε κινήσεις που έδειχναν κατανόηση της «γλώσσας» των γεωπολιτικών ανταλλαγμάτων, προσπαθώντας να εξευμενίσει πιθανους αμερικανικούς επιχειρηματικούς και πολιτικούς εταίρους.
Η ιστορία αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σήμερα στις αρχές του 2026, καθώς η ίδια η Ροντρίγκες έχει αναδειχθεί — υπό αμφιλεγόμενες συνθήκες — σε προσωρινή πρόεδρο της Βενεζουέλας στο μεταίχμιο μιας κρίσιμης γεωπολιτικής μεταβολής για τη χώρα. Ο στρατός και το Ανώτατο Δικαστήριο έχουν αναγνωρίσει επισήμως τον ρόλο της, μετά τη βίαιη απομάκρυνση και σύλληψη του Μαδούρο.
Παράλληλα, οι σχέσεις με τις ΗΠΑ έχουν εισέλθει σε μια νέα, επικίνδυνη φάση. Ο Ντόναλντ Τραμπ, μιλώντας πρόσφατα, ξεκαθάρισε ότι η Ροντρίγκες θα πληρώσει «πολύ υψηλότερο τίμημα» από τον Μαδούρο αν δεν συμμορφωθεί με τις αμερικανικές προσδοκίες για συνεργασία και ανοικοδόμηση — μια ρητορική που ισοδυναμεί με αυστηρή προειδοποίηση για το πολιτικό της μέλλον.
Η «επίθεση γοητείας» του 2017 δεν απέφερε άμεσα την αναμενόμενη αλλαγή κατεύθυνσης στην αμερικανική πολιτική έναντι του Καράκας, αλλά άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ανέλιξη της Ροντρίγκες. Εννέα χρόνια μετά, η ίδια πολιτικός — κάποτε υποψήφια για μια «ρεαλιστική» εξωτερική πολιτική — βρίσκεται τώρα στο επίκεντρο μιας νέας περιόδου υψηλού ρίσκου για τη Βενεζουέλα, όπου οι λεπτομέρειες της στρατηγικής της απέναντι στις ΗΠΑ μπορεί να καθορίσουν την επόμενη ημέρα της χώρας.






