Σαν σήμερα, 11 Ιανουαρίου 1910, στην Άπω Ανατολή, στο Νικόλσκι Ουσουρίσκι της Μαντζουρίας, γεννήθηκε ο Νίκος Καββαδίας. Ένας ποιητής που, όσο κι αν εγκλωβίστηκε μεταγενέστερα σε στερεότυπα, δεν υπήρξε ποτέ ούτε απλώς «θαλασσινός», ούτε γραφικός εξωτιστής, ούτε καταραμένος από συνήθεια.
Υπήρξε ένας βαθιά πολιτικός, βαθιά μοναχικός και βαθιά συνειδητός δημιουργός, που έγραψε λίγα ποιήματα, αλλά άνοιξε μεγάλα ρήγματα στη νεοελληνική ποίηση.
Από τη Μαντζουρία στον Πειραιά, από την οικογένεια στη μοναξιά
Ο Νίκος Καββαδίας ήταν το δεύτερο παιδί του Χαρίλαου και της Δωροθέας Καββαδία, μετά την Τζένια και πριν από τον Μίκια. Η γέννησή του μακριά από την Ελλάδα δεν είναι μια γραφική λεπτομέρεια, αλλά ένα πρώτο υπαρξιακό στίγμα. Η μετακίνηση, η προσωρινότητα, η αίσθηση ότι η πατρίδα δεν είναι δεδομένη, τον ακολούθησαν σε όλη του τη ζωή.
Ο «Μαραμπού» για τους αναγνώστες, ο «Κόλιας» για τους φίλους, ο «Μαυρής» για τους οικείους, έγινε νωρίς αντικείμενο μύθων και ανεκδοτολογίας. Κάποιοι έσπευσαν να τον εντάξουν στους «καταραμένους ποιητές», επικαλούμενοι μπωντλερικές επιρροές ή την εγγύτητά του με την ποίηση του Ουράνη. Ήταν μια εύκολη, αλλά φτωχή ανάγνωση.
Η ποίηση του Καββαδία συχνά διαβάστηκε μονοδιάστατα. Του χρεώθηκε εξωραϊσμός της ναυτικής ζωής, πρόθεση εντυπωσιασμού, ακόμα και περιφρόνηση για τους αγώνες των ναυτεργατών. Μια τέτοια ανάγνωση, όπως έχει επισημάνει ο Γιώργος Μαρκόπουλος, αδικεί τον πυρήνα του έργου του.
Πίσω από τη θάλασσα κρύβεται η άγρια μοναξιά της ψυχής, η διαρκής ματαίωση του έρωτα, η διαβρωτική επίγνωση του χρόνου και του θανάτου. Το καράβι δεν είναι ρομαντικό σκηνικό· είναι πατρίδα και ταυτόχρονα φυλακή. Οι σύντροφοί του δεν είναι όλοι οι ναυτικοί, αλλά «κάποιες υπάρξεις αναπότρεπτα σπαραγμένες», καταδικασμένες σε μια εφ’ όρου ζωής ερημιά.
Μύθοι, φήμες και η ευκολία της παραπληροφόρησης
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της στρέβλωσης της εικόνας του Καββαδία είναι η διαδεδομένη ιστορία περί «απαγωγής» ιερόδουλης στην Αργεντινή. Μια αφήγηση που, όπως έχει τεκμηριωθεί, βρίθει ανακριβειών και «λογοτεχνικών σαλτσών», χωρίς αξιόπιστη πηγή.
Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι μόνο η αναλήθεια της ιστορίας, αλλά η ανάγκη ορισμένων να κατασκευάζουν έναν Καββαδία μεγαλύτερο από τη ζωή, έναν ποιητή-μύθο, ενώ ο ίδιος υπήρξε σεμνός, φειδωλός και σιωπηλός για την προσωπική του ζωή. Ακόμα και η γνωστή φωτογραφία του σε οίκο ανοχής, πιθανότατα στη Βηρυτό, δεν αποδεικνύει τίποτε περισσότερο από όσα ήδη λέει η ποίησή του: τη συνύπαρξη του βιώματος με την παρατήρηση, όχι τον ηρωισμό.
Ο αθόρυβος κομμουνιστής ποιητής
Μια από τις πιο συστηματικά αποσιωπημένες πλευρές του Καββαδία είναι η πολιτική του ταυτότητα. Υπήρξε από τα νεανικά του χρόνια αριστερός, συμμετείχε στην Αντίσταση και παρέμεινε αταλάντευτα κομμουνιστής μέχρι το τέλος της ζωής του. Δεν το διαφήμισε, δεν το μετέτρεψε σε δημόσιο κεφάλαιο.
Τα πολιτικά του ποιήματα, που ο ίδιος επέλεξε να μη συμπεριλάβει στις συλλογές Μαραμπού, Πούσι και Τραβέρσο, αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία. Το ποίημα «Οι σπουδαστές», αφιερωμένο στα μέλη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη και δημοσιευμένο λίγο πριν το πραξικόπημα του 1967, δείχνει καθαρά τη θέση του απέναντι στην Ιστορία.
Λίγα ποιήματα, βαριά δουλεμένα
Ο Καββαδίας υπήρξε ολιγογράφος. Περίπου εξήντα ποιήματα, σε τρεις μικρές συλλογές, που όμως κλιμακώνουν τους ίδιους θεματικούς άξονες προς μια αυξανόμενη αφαίρεση. Όπως επισημαίνει η Άντεια Φραντζή, η ποίησή του ξεκινά από τη φιλολογία του ταξιδιού, αλλά στην ουσία πραγματεύεται το ταξίδι της ίδιας της ποίησης, μετεωριζόμενη ανάμεσα στο βιωματικό και το μεταφορικό.
Το γλωσσάρι του, όπως σημειώνει ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, δεν χρειάζεται ερμηνεία. Είναι η καθημερινή του γλωσσική πραγματικότητα, φορτωμένη βίωμα. Δεν πρόκειται για επίδειξη γνώσεων ή εξωτισμό προς κατανάλωση.
Μελοποιήσεις και παρεξηγήσεις
Ο Παντελής Μπουκάλας έχει επισημάνει εύστοχα ότι η εντατική μελοποίηση των ποιημάτων του Καββαδία συνέβαλε ταυτόχρονα στη διάδοση και στη στρέβλωσή τους. Η μουσική συχνά παγίωσε μία μόνο ανάγνωση, υποβαθμίζοντας το κρυφό νόημα που «τρώει το βάθος των λέξεων».
Ο Καββαδίας δεν είναι «βατό θέμα», ούτε μονόχορδος. Η ποίησή του δεν εξαντλείται στα ναρκωτικά, στις γυναίκες ή στη φυγή. Είναι δουλεμένη, ειρωνική, αυτοκριτική, πειθαρχημένη. «Έσχισα, φίλε μου, πολλά χαρτιά για να σου γράψω» δεν είναι στίχος πόζας, αλλά δήλωση εργασίας.
Έρωτας, Φάτα Μοργκάνα και το τέλος
Δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, το 1973, ερωτεύτηκε τη Θεανώ Σουνά. Ένας έρωτας άνισος και καταδικασμένος, που όμως γέννησε την Πικρία και τη Φάτα Μοργκάνα. Επιστολές γεμάτες σωματικότητα, φόβο και αυτογνωσία, μακριά από κάθε εξιδανίκευση.
Τον Φεβρουάριο του 1975, με την αδελφή του Τζένια στο πλευρό του, πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο. Δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο το Τραβέρσο, ούτε να ακούσει μελοποιημένα τα ποιήματά του. Στην ατζέντα του βρέθηκαν τρεις στίχοι που ήθελε να προταχθούν στη συλλογή, ένα τελευταίο, ανολοκλήρωτο ίχνος.
Ένας ποιητής που μας αφορά ακόμη
Ο Νίκος Καββαδίας δεν χρειάζεται μύθους για να σταθεί. Η ποίησή του επιβιώνει γιατί είναι αυτοτελώς ισχυρή, χειροποίητη, βαθιά ανθρώπινη και πολιτική χωρίς συνθήματα. Δεν ήταν απλώς ένας ποιητής της θάλασσας. Ήταν ένας ποιητής της ανθρώπινης συνθήκης, που ήξερε ότι τα καράβια δεν τα πάμε. Μας πάνε.


