Η Τεχεράνη κλιμακώνει τη ρητορική της απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και τους περιφερειακούς τους συμμάχους, την ώρα που στο εσωτερικό της χώρας εξελίσσεται μία από τις πιο βίαιες κατασταλτικές επιχειρήσεις από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979.
Ανώτερος Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε στο Reuters ότι το Ιράν έχει προειδοποιήσει χώρες της Μέσης Ανατολής πως αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στο έδαφός τους θα αποτελέσουν στόχο, εφόσον η Ουάσινγκτον προχωρήσει σε στρατιωτική επέμβαση υπέρ των διαδηλωτών.
Προειδοποιήσεις προς Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ και Τουρκία
Σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο, η Τεχεράνη έχει απευθύνει σαφή μηνύματα προς συμμάχους των ΗΠΑ, από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έως την Τουρκία, καλώντας τους να αποτρέψουν μια αμερικανική επίθεση. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: οποιαδήποτε στρατιωτική δράση των ΗΠΑ θα έχει περιφερειακές συνέπειες. Παράλληλα, οι απευθείας επαφές μεταξύ του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί και του ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ έχουν ανασταλεί, με την Τεχεράνη να καταγγέλλει ότι οι αμερικανικές απειλές υπονομεύουν κάθε διπλωματική προσπάθεια για το πυρηνικό πρόγραμμα.
Οι αμερικανικές βάσεις και η ανησυχία στο Κατάρ
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν εκτεταμένη στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή, με κομβικές βάσεις στο Μπαχρέιν και στο Κατάρ. Η βάση Αλ Ουντέιντ, το μεγαλύτερο αμερικανικό στρατιωτικό συγκρότημα στην περιοχή, φιλοξενεί περίπου 10.000 στρατιώτες και λειτουργεί ως προκεχωρημένο αρχηγείο της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ. Στο Κατάρ δόθηκε οδηγία σε μέλη του προσωπικού να εγκαταλείψουν τη βάση, εξέλιξη που καταδεικνύει το επίπεδο ανησυχίας. Υπενθυμίζεται ότι το Ιράν είχε εκτοξεύσει πυραύλους προς την ίδια βάση πέρυσι, σε αντίποινα για αμερικανικά πλήγματα σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Διπλωματικές κινήσεις της Τεχεράνης στην περιοχή
Την ίδια ώρα, το Ιράν επιχειρεί να ενεργοποιήσει διπλωματικά κανάλια με χώρες της περιοχής. Ιρανικά κρατικά μέσα μετέδωσαν ότι ο επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας Αλί Λαριτζανί επικοινώνησε με τον υπουργό Εξωτερικών του Κατάρ, ενώ ο Αραγτσί είχε συνομιλίες με τους ομολόγους του στα ΗΑΕ και την Τουρκία. Προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Τεχεράνη εμφανίζεται καθησυχαστική, υπογραμμίζοντας ωστόσο την αποφασιστικότητά της να υπερασπιστεί την κυριαρχία και την ασφάλειά της απέναντι σε κάθε ξένη παρέμβαση.
Σχεδόν 2.600 νεκροί και χιλιάδες συλλήψεις
Στο εσωτερικό της χώρας, η εικόνα είναι δραματική. Η οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων HRANA αναφέρει ότι έχει επαληθεύσει τον θάνατο περίπου 2.600 διαδηλωτών και 147 ατόμων που συνδέονται με κρατικούς μηχανισμούς, ενώ οι συλλήψεις ανέρχονται σε περισσότερες από 18.000. Ιρανός αξιωματούχος είχε δηλώσει στο Reuters ότι οι νεκροί είναι περίπου 2.000, επιβεβαιώνοντας πάντως τη μεγάλη κλίμακα της αιματοχυσίας. Η ροή πληροφοριών παραμένει περιορισμένη λόγω του εκτεταμένου μπλακάουτ στο διαδίκτυο, γεγονός που καθιστά δύσκολη την ανεξάρτητη επιβεβαίωση των στοιχείων.
Εκτελέσεις, σκληρή ρητορική και φόβοι κλιμάκωσης
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι πληροφορίες για επικείμενες εκτελέσεις διαδηλωτών. Η κουρδική οργάνωση Hengaw ανέφερε ότι ο 26χρονος Έρφαν Σολτάνι επρόκειτο να εκτελεστεί, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατή η επιβεβαίωση λόγω της διακοπής επικοινωνιών. Οι ιρανικές αρχές υπεραμύνονται της σκληρής γραμμής, κατηγορώντας τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ότι υποκινούν τις ταραχές και κάνοντας λόγο για «τρομοκράτες» που επιτίθενται σε δυνάμεις ασφαλείας και δημόσιες υποδομές. Ο επικεφαλής της δικαστικής εξουσίας υποσχέθηκε ταχείες δίκες και παραδειγματικές ποινές, ενισχύοντας τους φόβους για περαιτέρω κλιμάκωση.
Πίεση Τραμπ, κυρώσεις και διεθνείς αντιδράσεις
Ο Ντόναλντ Τραμπ, σε συνέντευξή του στο CBS News, προειδοποίησε για «πολύ σκληρή αντίδραση» σε περίπτωση εκτελέσεων και κάλεσε τους Ιρανούς να συνεχίσουν τις κινητοποιήσεις, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αμερικανικής παρέμβασης. Παράλληλα, ανακοίνωσε νέους δασμούς 25% σε προϊόντα χωρών που συναλλάσσονται με το Ιράν, εντείνοντας την οικονομική πίεση. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κάλεσε τους Αμερικανούς πολίτες να εγκαταλείψουν άμεσα τη χώρα.
Η διεθνής κοινότητα εμφανίζεται διχασμένη. Η Γαλλία καταγγέλλει τη βία ως τη σκληρότερη στη σύγχρονη ιστορία του Ιράν και ζητά τον άμεσο τερματισμό της καταστολής, ενώ η Κίνα αντιτίθεται σε κάθε εξωτερική ανάμιξη, απορρίπτοντας τη χρήση ή την απειλή χρήσης ισχύος. Σε αυτό το τεταμένο περιβάλλον, το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο ταυτόχρονα με εσωτερική αμφισβήτηση και διεθνή πίεση, με τον κίνδυνο μιας ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης να παραμένει υπαρκτός.





