Η χθεσινή παράδοση του Νόμπελ Ειρήνης από τη Μαρία Κορίνα Ματσάδο στον Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάστηκε από τους υποστηρικτές της ως μια «συμβολική πράξη αναγνώρισης».
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια βαθιά πολιτική χειρονομία, με σαφή επικοινωνιακό και ιδεολογικό φορτίο. Και, όσο κι αν επιχειρείται να εμφανιστεί ως πρωτοφανής, δεν είναι. Η ιστορία των Νόμπελ περιλαμβάνει ήδη ένα σκοτεινό προηγούμενο, το οποίο επανέρχεται σήμερα στην (ανησυχητική επικαιρότητα).
Το ιστορικό προηγούμενο του Κνουτ Χάμσουν
Το 1943, ο Νορβηγός συγγραφέας Κνουτ Χάμσουν, βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1920, απέστειλε το χρυσό μετάλλιο του βραβείου του στον Γιόζεφ Γκέμπελς, υπουργό Προπαγάνδας του ναζιστικού καθεστώτος. Δεν επρόκειτο για θεσμική πράξη, ούτε για επιστροφή του Νόμπελ στη Σουηδική Ακαδημία. Ήταν μια προσωπική, απολύτως συνειδητή πολιτική δήλωση πίστης στο Τρίτο Ράιχ.
Ο Χάμσουν δεν ήταν αφελής, ούτε παραπλανημένος. Υπήρξε σταθερός υποστηρικτής του Χίτλερ, τον οποίο μάλιστα συνάντησε την ίδια χρονιά. Η αποστολή του μεταλλίου στον Γκέμπελς λειτούργησε ως συμβολικό «δώρο νομιμοποίησης»: ένας κορυφαίος λογοτέχνης παραχωρούσε το κύρος του Νόμπελ σε έναν από τους βασικούς αρχιτέκτονες της ναζιστικής προπαγάνδας.
Η μεταπολεμική κρίση του κύρους
Η πράξη του Χάμσουν προκάλεσε σοκ στη Νορβηγία μετά τον πόλεμο. Πολίτες επέστρεφαν τα βιβλία του, η ηθική του υπόσταση κατέρρευσε και το έργο του επανεκτιμήθηκε υπό το βάρος της πολιτικής του στάσης. Το Νόμπελ δεν «μολύνθηκε» θεσμικά, αλλά τραυματίστηκε συμβολικά. Η διάκριση ανάμεσα στο έργο και στον δημιουργό έγινε από τότε αντικείμενο σκληρής διαμάχης.
Από τον Γκέμπελς στον Τραμπ: οι διαφορές και η κοινή λογική
Η σύγκριση με τη χθεσινή πράξη της Ματσάδο δεν είναι ταυτολογική. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι ναζί, ούτε το ιστορικό πλαίσιο είναι εκείνο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, η λογική της πράξης είναι συγγενής: η εργαλειοποίηση του Νόμπελ ως πολιτικού συμβόλου, αποκομμένου από τον θεσμικό του ρόλο και ενταγμένου σε μια αφήγηση εξουσίας.
Ο Τραμπ είναι πολιτικός που έχει αμφισβητήσει ανοιχτά εκλογικά αποτελέσματα, έχει υπονομεύσει θεσμούς και έχει χρησιμοποιήσει συστηματικά τη διχαστική ρητορική. Η «παράδοση» ενός Νόμπελ Ειρήνης σε έναν τέτοιο ηγέτη δεν είναι αφελής χειρονομία· είναι πολιτική επιλογή και μήνυμα.
Το αντεπιχείρημα και τα όριά του
Υπάρχει, βεβαίως, και η αντίθετη άποψη: ότι τα Νόμπελ ανήκουν στους βραβευμένους και μπορούν να τα διαχειρίζονται όπως επιθυμούν, ότι οι συμβολικές κινήσεις αποτελούν μέρος της πολιτικής έκφρασης και ότι η Ματσάδο επιχειρεί να διεθνοποιήσει τον αγώνα της εναντίον του καθεστώτος Μαδούρο. Αυτά τα επιχειρήματα δεν είναι αβάσιμα.
Όμως αποφεύγουν το κρίσιμο ερώτημα: τι σημαίνει όταν ένα βραβείο που θεσμοθετήθηκε για να τιμά την ειρήνη, τη συμφιλίωση και τα ανθρώπινα δικαιώματα, χρησιμοποιείται για να προσδώσει ηθικό κύρος σε πρόσωπα με αμφιλεγόμενη ή ανοιχτά αντιθεσμική πορεία;
Η επαναλαμβανόμενη αθλιότητα
Ναι, έχει ξανασυμβεί. Όχι συχνά, αλλά αρκετά ώστε να μην μπορούμε να μιλάμε για μεμονωμένο «ολίσθημα». Από τον Χάμσουν στον Γκέμπελς μέχρι τη Ματσάδο και τον Τραμπ, το κοινό νήμα είναι η ίδια αθλιότητα: η μετατροπή του Νόμπελ από σύμβολο ηθικής στάθμης σε πολιτικό τρόπαιο.
Η ιστορία δείχνει ότι τέτοιες πράξεις δεν δικαιώνονται από τον χρόνο. Αντιθέτως, επιστρέφουν ως ντροπιαστική υπόμνηση μιας εποχής όπου το κύρος των θεσμών θεωρήθηκε αναλώσιμο. Και αυτό, τελικά, είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Ο Κνουτ Χάμσουν (Knut Hamsun, 1859–1952) ήταν Νορβηγός συγγραφέας και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μοντέρνας λογοτεχνίας στις αρχές του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στο Λόμεν της Νορβηγίας και ξεκίνησε τη συγγραφική του καριέρα γράφοντας ποίηση και μικρά δοκίμια, πριν στραφεί στο μυθιστόρημα.
Η λογοτεχνική του φήμη οφείλεται κυρίως σε έργα που εστιάζουν στην ψυχολογία των χαρακτήρων και στην εσωτερική ζωή των ανθρώπων, με ιδιαίτερη έμφαση στη μοναξιά και την επαφή του ανθρώπου με τη φύση. Το 1890 δημοσίευσε το διάσημο μυθιστόρημα «Πεινασμένος» (Sult / Hunger), που θεωρείται αριστούργημα και επιρροή για μεταγενέστερους ψυχολογικούς και μοντερνιστικούς συγγραφείς. Άλλα σημαντικά έργα του είναι τα «Μισέλ» (1902), «Pan» (1894) και «Στο Σάλχαουγκ» (1917).
Το 1920 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για τη συνεισφορά του στη λογοτεχνία και τον ψυχολογικό ρεαλισμό. Παρά τη λογοτεχνική του αξία, η δημόσια εικόνα του επλήγη σοβαρά λόγω της υποστήριξής του στο ναζιστικό καθεστώς κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της χειρονομίας του να στείλει το μετάλλιό του στον Γκέμπελς.






